Ο αγώνας της «Ελεύθερης Ώρας»

8 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης
Συγγραφέας Αρθρογράφος «Ελεύθερη Ώρα»

Ας μιλήσουμε σήμερα για κάτι διαφορετικό. Για τα «καθ’ ημάς». Δηλαδή, για το «σπίτι» μας, την δημοσιογραφική αυτή έπαλξη, που λέγεται «Ελεύθερη Ώρα», την εφημερίδα που κρατάτε στα χέρια σας. Έχει σημασία εθνική, αγωνιστική, επειδή αυτό το έντυπο διαδραματίζει καίριο ρόλο στην πορεία του τόπου μας.
Η «Ελεύθερη Ώρα» έχει την δική της ιστορία στον χώρο τής ελληνικής δημοσιογραφίας, πάντα μέσα σε καιρούς χαλεπούς. Ο ιδρυτής της, ο αείμνηστος Γρηγόρης Μιχαλόπουλος, ανήκε στην παλιά σπουδαία «ράτσα» των γνήσιων μεγάλων λειτουργών τής λεγόμενης «τετάρτης εξουσίας». Η «Ελεύθερη Ώρα» δεν απετέλεσε κερδοσκοπική επιχείρηση. Εγεννήθη για να υπηρετήσει ιδέες. Η απόφαση τής εκδόσεώς της, υπαγορεύτηκε στον Γρηγόρη, από το άγχος τής μεγάλης εθνικής κρίσεως, η οποία πάντα ταλαιπωρούσε την Ελλάδα.
Ο Γρηγόρης, που ήταν παλιός στο επάγγελμα, ήθελε να έχει τελείως ελεύθερη την φωνή του, για να υποστηρίξει με ευθύτητα και χωρίς περιφράσεις, όσα επίστευε. Δεν δεχόταν περιθώριο για συμβιβασμούς με την συνείδησή του. Σε ώρες έσχατης κρισιμότητας, η ειλικρίνεια είναι το πρώτο καθήκον. Στην εκπλήρωση αυτού, απέβλεπε η έκδοση τής «Ελεύθερης Ώρας». Και ακριβώς, αυτή του την ειλικρίνεια, ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος την επλήρωσε πανάκριβα, με διώξεις και φυλακίσεις, απ’ εκείνους που τους ενοχλούσε σφόδρα η κριτική του.
Γνωριζόμασταν από παλιά, πριν το 1967, όταν εκείνος ήταν επιτελικό στέλεχος τής «Ελευθερίας» του Πάνου Κόκκα, κι εγώ σε άλλα έντυπα. Αργότερα, συνδεθήκαμε περισσότερο. Μας ένωνε μία φιλία, απ’ αυτές που δεν εκδηλώνονται με λόγια, αλλά με την ζεστασιά της καρδιάς. Σε ατελείωτες ώρες, όταν υπήρχε ανάπαυλα, συζητούσαμε για όλα. Ανταλλάσσαμε απόψεις, σκέψεις, ιδέες. Ώρες αλησμόνητες, στα γραφεία της εφημερίδας, και στα ταβερνάκια, που συχνάζαμε βράδια. Αλλά τα προσωπικά, δεν έχουν σημασία για τους άλλους.
Δύο άνθρωποι που συμπορεύτηκαν για χρόνια, έχουν το δικαίωμα να κρατάνε για τον εαυτό τους, αναμνήσεις για την νοσταλγία τού «χθες». Κι όταν οι ισχυροί τον έβαλαν στόχο, θεώρησα χρέος μου να τρέξω να τον υπερασπιστώ στις δικαστικές διώξεις, αφού άλλοι, που θα μπορούσαν να πουν δύο λέξεις, τον απαρνήθηκαν, για να μην γίνουν δυσάρεστοι στο «κατεστημένο». Όταν τον χτύπησε η καταραμένη αρρώστια, δεν ήθελα να πιστέψω ότι θα έφευγε από κοντά μας.
Ουσιαστικά όμως, δεν «έφυγε», αφού άφησε διάδοχό του, τιμονιέρη στο πηδάλιο τού χάρτινου σκάφους, τον γιο του, Γιώργο Μιχαλόπουλο, που με το επιτελείο του, συνεχίζει επάξια τον αγώνα τού πατέρα του. Για να αντιληφθούν όμως οι αναγνώστες την σημασία των δύσκολων αγώνων αυτής της εφημερίδας, πρέπει να πούμε κάποια πράγματα για το επάγγελμά μας, που δεν είναι ορατά για το κοινό. Ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος, ανήκε στην γενιά των εκδοτών – δημοσιογράφων, που ζούσαν και έδιναν τις μάχες τους, αποκλειστικά με τις εφημερίδες τους. Δεν υπήρχαν πίσω τους επιχειρηματίες, εφοπλιστές, σκοτεινοί παράγοντες, ενισχυτές με οικονομική ισχύ. Αυτοί δηλαδή, που ήθελαν να κρατάνε εφημερίδες, για να εξυπηρετούν άλλα προσωπικά τους συμφέροντα, συχνά άνομα.
Η βιομηχανική επένδυση, δεν υπήρχε τότε. Ο Γ. Βλάχος, η κόρη του Ελένη τής «Καθημερινής», ο Μπότσης τής «Ακροπόλεως» και της «Απογευματινής», ο Κύρος Κύρου και ο γιος του Άδωνις, της «Εστίας», ο Πάνος Κόκκας τής «Ελευθερίας», ο Γεώργιος Αθανασιάδης τής «Βραδυνής» και της «Ημέρας», ο Σάββας Κωνσταντόπουλος τού «Ελεύθερου Κόσμου», ο Ιω. Παπαγεωργίου τής «Αθηναϊκής», οι Νικολόπουλοι τού «Έθνους», ο Δημ. Λαμπράκης τού «Βήματος» και των «Νέων», ο Παράσχος τού «Εθνικού Κήρυκα», και άλλοι, αγωνίζονταν σε ιδεολογικά πλαίσια, για τα «πιστεύω» τους. Ζούσαν μόνο για τις εφημερίδες τους.
Εκείνοι οι εκδότες, υπερασπίζονταν ιδεολογίες και κόμματα, επειδή επίστευαν σε αρχές, και οι πολιτικοί δεν καθόριζαν την πολιτική γραμμή των εντύπων. Συνέβη μάλιστα, σε κάποιες χρονικές στιγμές, οι εκδότες να διαφωνήσουν με τους ηγέτες που υπεστήριζαν, και να αλλάξουν πλεύση. Οι αποφάσεις, ήσαν καθαρά δικές τους. Μετά την Μεταπολίτευση όμως, σιγά-σιγά, τα πράγματα άλλαξαν τελείως. Επιχειρηματίες, βιομήχανοι, εφοπλιστές, που δεν είχαν καμία σχέση με την δημοσιογραφία, αγόρασαν έντυπα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν για τις οικονομικές τους επιδιώξεις. Κι εκεί, ανακατεύθηκαν και πολιτικά πρόσωπα.
Ένας σκοτεινός και μυστικός πόλεμος εξουσιών, χρησιμοποιούσε τον εκδοτικό χώρο, για τους στόχους του. Δεν θα αναφέρουμε συγκεκριμένα ονόματα, για ευνόητους λόγους, αφού το φαινόμενο δεν έχει εκλείψει. Μέσα σ’ αυτήν την «αλλαγή», συνέπεσαν οι περίεργες δολοφονίες τού Τζώρτζη Αθανασιάδη τής «Βραδυνής», και του Νίκου Μομφεράτου τής «Απογευματινής». Παρατηρήθηκε ακόμα το φαινόμενο, η Ελένη Βλάχου, με ασυγχώρητη επιπολαιότητα, να παραδώσει την ιστορική της εφημερίδα στον Κοσκωτά που κατασκεύασε μία αυτοκρατορία, στην οποία είχαν μπλεχτεί και πολιτικά πρόσωπα. Η ιστορία τού Κοσκωτά, έμεινε σαν σκοτεινό φαινόμενο που ευτέλισε έντυπα και κόμματα.
Έτσι, όμως, οι πολίτες έχαναν την εμπιστοσύνη τους στον Τύπο. Υπήρξαν πρωθυπουργοί που εξυπηρέτησαν τα μεγάλα εκδοτικά επιχειρηματικά συμφέροντα, στην βάση μιάς ριψοκίνδυνης λογικής, που έδινε προτεραιότητα στο πολιτικό, επικοινωνιακό άνοιγμα σε άλλο χώρο, και στην δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τους εκδότες – επιχειρηματίες, μέσα από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα περιείχαν κομματικές σκοπιμότητες. Θα χρειαζόταν τόμος ολόκληρος για να περιγραφούν αναλυτικά όλα αυτά. Η «Ελεύθερη Ώρα» από την εποχή τού Γρηγόρη μέχρι τώρα με τον ακούραστο Γιώργο Μιχαλόπουλο, ποτέ δεν βρέθηκε μέσα σε τέτοια κυκλώματα.
Αυτή η εφημερίδα, έδινε και δίνει τις μάχες της – μέσα σε μύριες δυσχέρειες – υπερασπιζόμενη όσα άλλοι περιφρονούν. Το Έθνος, την Χριστιανική θρησκεία, την Ελληνική οικογένεια. Αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα. Τα πολεμούν πολλοί φανερά και συγκεκαλυμμένα. Προσπαθούν να τα απαξιώσουν, χάριν τού γελοίου «προοδευτισμού». Η «Ελεύθερη Ώρα» δεν γνωρίζει τέτοιους συμβιβασμούς, και επιμένει σε ανένδοτο αγώνα. Ο δημοσιογραφικός αγώνας είναι συνεχής. Θα κάνουμε μία παρομοίωση. Υποθέσατε ένα στρατό, ο οποίος μάχεται χωρίς διακοπή, νυχθημερόν, επί εβδομάδες, επί μήνες, επί δεκαετίες.
Δεν έρχεται ποτέ ειρήνη. Δεν γνωρίζει εκεχειρίαν, ακόμα και σε αργίες. Ένας τέτοιος στρατός, είναι οι δημοσιογράφοι. Αγωνίζονται κάθε μέρα. Κρίνονται κάθε εικοσιτετράωρο. Η επιτυχία της χθες, λησμονείται και διαγράφεται από μίαν ατυχίαν τής επομένης. Η προσπάθεια να φανεί αντάξιος τής Κοινής Γνώμης, καθιστά την ζωήν τού δημοσιογράφου μαρτύριο. Δεν απολαμβάνει την θαλπωρή της οικογένειας. Ο ύπνος του δεν είναι κανονικός όπως όλων των ανθρώπων. Κατέχεται πάντοτε από την ανησυχία, μήπως τού διαφύγει κάποια είδηση, κάποιο θέμα, μήπως δεν αντιληφθεί ένα περιστατικό, μήπως εκτιμήσει εσφαλμένα γεγονότα και καταστάσεις.
Υπάρχουν και κίνδυνοι διαφόρων μορφών, που πάντοτε παραμονεύουν. Οι συνθήκες σήμερα για τους επαγγελματίες συντάκτες, είναι πολύ πιο δύσκολες από παλιά. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι άνθρωποι τής «Ελεύθερης Ώρας» συνεχίζουν ασταμάτητα τον αγώνα τους, με μοναδικό σκοπό, να ενημερώνουν και να διαφωτίζουν υπεύθυνα τούς αναγνώστες, όταν άλλοι παράγοντες, θέλουν να αποκρύψουν κινδύνους, ανομίες και να συσκοτίσουν πολλά. Το μεγάλο ταξίδι τής «Ελεύθερης Ώρας», συνεχίζεται…

Share This Article