Ώρα εξόδου…

9 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης
Συγγραφέας Αρθρογράφος «Ελεύθερη Ώρα»

Η κυβέρνηση έχει φθάσει πλέον σε τραγικά αδιέξοδα. Οι περισσότεροι επαγγελματικοί κλάδοι, έχουν στραφεί εναντίον της. Στο αγροτικό πρόβλημα, δεν φαίνεται να υπάρχει λύση. Εξ αιτίας των μπλόκων ταλαιπωρούνται χιλιάδες πολίτες. Υπάρχουν και άλλοι κρίσιμοι τομείς, οι αντιπρόσωποι των οποίων, εξέφρασαν όχι απλώς την οργή τους, αλλά επισημαίνουν και τους εθνικούς κινδύνους, που θα έχουν φοβερές επιπτώσεις στην άμυνα τής χώρας.

Κυβερνούν οι Φραπέδες, και η Νέα Δημοκρατία βυθίζεται στα σκάνδαλα. Μέλη τής Κυβέρνησης κατηγορούνται για τα Τέμπη. Γι’ αυτήν την τραγωδία, ο Κυριάκος έσπευσε να αποδώσει αρχικά το δυστύχημα σε ανθρώπινο λάθος τού σταθμάρχη. Αλλά αργότερα, υπό το βάρος των αποκαλύψεων, παρέπεμψε δύο μέλη τής κυβέρνησής του, στην κρίση τού Ειδικού Δικαστηρίου. Κι αυτό, διότι είχε γίνει φανερό, ότι δεν επρόκειτο για απλό λάθος. Η Δικαιοσύνη κάλεσε τούς συγγενείς, στο πρόσωπο τής Εισαγγελέως τού Αρείου Πάγου, να αναζητήσουν την παρηγοριά τής Εκκλησίας, αλλά δεν ασφάλισε τον τόπο τού δυστυχήματος.

Το Κοινοβούλιο «έθαψε» το πόρισμα που του διαβίβασε η Ευρωπαία Εισαγγελέας Κοβέσι, για τις ευθύνες μεγάλων εταιριών τής διαπλοκής, σχετικά με την έλλειψη τηλεδιοίκησης. Δεν το συζήτησε ποτέ στην Ολομέλειά του. Μέλη της Κυβέρνησης, κατηγορούνται για το μπάζωμα τού τόπου τού δυστυχήματος, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα, να πεταχτούν στα σκουπίδια τα οστά νεκρών ανθρώπων, που ταξίδευαν με το μοιραίο τρένο. Ο ανακριτής αρνήθηκε να περιλάβει 16.000 ηχητικά αρχεία, στο αποδεικτικό υλικό. Ε-MAΙL που ενέπλεκε το Γραφείο τού Κυριάκου στην διαχείριση τού μπαζώματος, αγνοήθηκε από την Δικαιοσύνη και από το Κοινοβούλιο.

Στην πραγματικότητα, τα Τέμπη δεν είναι ένα σκάνδαλο, αλλά πολλά, και ευθύνονται πολλοί. Μία ηρωϊκή μορφή, η κυρία Μαρία Καρυστιανού, ξεκίνησε μόνη της έναν αγώνα με λίγους να την ακολουθούν, και κατάφερε να έχει στο πλάϊ της όλους τους Έλληνες. Η επίδρασή της στο κοινωνικό σύνολο ανεδείχθη – χωρίς η ίδια να το επιδιώκει – σε πρωταγωνιστικό αντιπολιτευτικό παράγοντα. Ενώ, λοιπόν, η κοινωνία «βράζει», ο Μητσοτάκης σφυρίζει αμέριμνα, και αδιαφορεί για τα αδιέξοδα, δηλώνοντας με εγωϊσμό, ότι: «Η κυβέρνηση δεν εκβιάζεται»!…

Η ευθιξία εξαφανίζεται στην πολιτική ζωή τού τόπου. Οι πολιτικοί οφείλουν να συνειδητοποιούν, πως έχουν υποχρέωση να παραιτούνται, όταν βρίσκονται εκτεθειμένοι στην κοινή γνώμη. Η προκλητική αδιαφορία, δεν δείχνει δημοκρατική νοοτροπία. Η εξουσία, δεν μπορεί να γίνεται τσιφλίκι. Όλοι κάνουν κατάχρηση τού όρου «δημοκρατία», αλλά εύκολα τής αποδίδουν το νόημα που συμφέρει στις επιδιώξεις τους. Κι όταν στην ουσία το περιεχόμενο αυτής τής έννοιας αλλοιώνεται από το Ιερατείο των Βρυξελλών, κανείς δεν θέλει να επισημάνει την κυριαρχία τής ξενοκρατίας. Ονομάζουμε αυτό το φαινόμενο της εποχής μας, «ρητορικό πανδημοκρατισμό». Αλλά το βαθύτερο νόημα τής δημοκρατίας, έχει παραμορφωθεί, με «ευρωπαϊκές συνταγές».

Ο σύγχρονος «πανδημοκρατισμός», δεν εκφράζει δυστυχώς, γενίκευση τής πίστης στην Δημοκρατία. Ούτε εκδηλώνει τις πραγματικές προθέσεις των κομμάτων. Πολλοί χρησιμοποιούν αυτό που λέμε «ιδεολογία», για να εξευγενίζουν τα κίνητρά τους, και να εξωραΐζουν τις επιδιώξεις τους. Αυτό συμβαίνει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πάντως, πρωθυπουργοί, υπουργοί και βουλευτές, οφείλουν να παραιτούνται όταν βρίσκονται σε δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα, και βαρύνονται με κατηγορίες που αμαυρώνουν την ιστορία τους.

Παλαιότερα οι πολιτικοί, είχαν άλλη ευθιξία. Θεωρούσαν υποχρέωσή τους να αποχωρούν όταν αυτό εκρίνετο αναγκαίο. Θα θυμίσουμε – πρωτίστως στον Πρωθυπουργό – πώς είχε αντιδράσει ο ιδρυτής τής Νέας Δημοκρατίας, όταν ακόμα ήταν αρχηγός της ΕΡΕ, πρωθυπουργός, και είχαμε Βασιλευομένη Δημοκρατία. Ο Βασιλεύς Παύλος ήθελε την πολιτική ομαλότητα. Οι σχέσεις όμως Ενώσεως Κέντρου – ΕΡΕ βρίσκονταν σε μεγάλη οξύτητα. Το 1963 σηματοδοτήθηκε η μεγάλη στροφή. Ο Παύλος εγνώριζε τις ικανότητες τού αρχηγού της ΕΡΕ. Αλλά, ως Βασιλεύς ήταν υποχρεωμένος να παραμερίσει τα προσωπικά του αισθήματα, και να επιζητήσει ένα κατευνασμό στις σχέσεις των κομμάτων.

Τότε προέκυψε και η διαφωνία τού Καραμανλή με την βασιλική οικογένεια, για την επίσκεψη Παύλου και Φρειδερίκης, στο Λονδίνο. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Εξ αιτίας αυτής της διαφωνίας, ο Καραμανλής αποφάσισε να παραιτηθεί. Δεν εσήκωσε ο τότε πρωθυπουργός την σημαία τής ανταρσίας. Δεν έφερε το θέμα στην δημοσιότητα. Δεν θέλησε να προσθέσει και νέο στοιχείο αναταραχής στην πολιτική ζωή. Διετύπωσε με σαφήνεια τις αντιλήψεις του. Και προσεφέρθη να βοηθήσει τον Βασιλέα, στην αντιμετώπιση τής καταστάσεως. Επρότεινε ως πρωθυπουργό τής μεταβατικής κυβερνήσεως, τον Παν. Πιπινέλη.

Ανέθεσε την διοίκηση τής ΕΡΕ, σε ολιγομελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο, Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο και ανεχώρησε στην Ελβετία. Είχε λάβει τότε την απόφαση να αποσυρθεί από την πολιτική ζωή. Ο δημοσιογράφος Σάββας Κωνσταντόπουλος, Διευθυντής και αρθρογράφος τότε τής «Απογευματινής», θυμόταν: «Το απόγευμα μιάς Κυριακής, ολίγας ημέρας πριν παραιτηθεί ο Καραμανλής, ελάμβανα την άγουσαν προς το Καβούρι. Ο τότε πρωθυπουργός έμενε εις την βίλαν τού βουλευτού τής ΕΡΕ, Νομικού. Ο Καραμανλής με επερίμενε μόνος του. Εμείναμε μαζί επί πολλάς ώρας. Δεν τον είχα επισκεφθεί, χωρίς συγκεκριμένον λόγον. Είχα πληροφορηθεί, ότι ήθελε να παραιτηθεί, εάν ο Βασιλεύς Παύλος δεν απεδέχετο την εισήγησίν του δια την αναβολήν τής επισκέψεως εις το Λονδίνον. Επιβεβαίωσε τας πληροφορίας μου.

Εθεωρούσε πράγματι ως ζήτημα αρχής δι’ αυτόν, να μην παραμείνει εις την εξουσίαν εάν ο Βασιλεύς Παύλος εταξίδευεν, αντιθέτως προς την γνώμην τού πρωθυπουργού. Ήτο ήρεμος, και είχε πλήρη αυτοκυριαρχίαν. Κατέστη αδύνατον να τον μεταπείσω…». Εάν τότε πολιτικές προσωπικότητες υπέβαλαν παραίτηση, απλά και μόνο όταν εκδηλωνόταν μία διάσταση απόψεων, καταλαβαίνει κανείς τι πρέπει να γίνεται όταν ένας πρωθυπουργός κατηγορείται, ότι βρίσκεται μέσα σε σκάνδαλα πρωτοφανή. Κι ακόμα, τι πρέπει να κάνει ένας πρωθυπουργός, όταν η πολιτική του έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με πολλές τάξεις εργαζομένων. Ο Κυριάκος, εάν επίστευε στην ορθότητα των επιλογών του, θα όφειλε να παραιτηθεί και να ζητήσει την γνώμη τού Ελληνικού Λαού.

Τώρα, μοιραία, δίνει την εντύπωση ότι δεν φεύγει, από φόβο μην αποκαλυφθούν σκάνδαλα και πολιτικές, που καταδικάζονται από τους πολίτες. Το ένστικτο των ψύχραιμων παρατηρητών της πορείας τής πατρίδας μας, λέει ότι ο τόπος βαδίζει ταχέως, προς μεγάλη εσωτερική περιπέτεια. Μπροστά στην γενική αποδοκιμασία τής κυβέρνησης, η παραίτηση τού Κυριάκου, δεν θα ήταν πράξη αδυναμίας, αλλά πράξη γενναιότητας. Οι πολιτικοί πρέπει να κρίνονται, και όταν αστοχούν, να αναβαπτίζονται στην λαϊκή εμπιστοσύνη. Αυτός είναι κανόνας τής Δημοκρατίας. Και ο ρυθμιστής τού Πολιτεύματος, αυτό πρέπει να συμβουλεύει σε πρωθυπουργούς και υπουργούς.

Τον Οκτώβριο του 1981 ο Γεώργιος Ράλλης, μας έλεγε σε μικρό κύκλο δημοσιογράφων: «Ανέλαβα την αρχηγία τής Νέας Δημοκρατίας και την πρωθυπουργία, ύστερα από έξι χρόνια που το κόμμα βρισκόταν στην εξουσία. Είχα να αντιμετωπίσω μία φυσιολογική φθορά, και μία σκληρή αντιπολίτευση, που διεκδικούσε με πείσμα και πάθος την διαδοχή. Η εναλλαγή στην αρχηγία τού κόμματος, συντελέσθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία, με δημοκρατική διαδικασία. Αλλά δημιούργησε ένταση, και κατέλιπε πικρία. Παρ’ όλα αυτά, τόσο μέσα στο κόμμα, όσο και στις σχέσεις μου με την Αντιπολίτευση, πιστεύω ότι κατάφερα να διατηρήσω ένα ήπιο πολιτικό κλίμα…».

Σε ομαλή κατάσταση παρέδωσε ο Γ. Ράλλης την Νέα Δημοκρατία, και άφησε εποχή για την δημοκρατική νοοτροπία του. Δεν εβαρύνετο με κανενός είδους ατασθαλίες. Υπήρξε καθ’ όλα άψογος. Τού το ανεγνώρισαν ακόμα και οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Θυμάμαι τον Ανδρέα Παπανδρέου, με πόση εκτίμηση μού μίλησε για τον Γ. Ράλλη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν συνειδητοποίησε ποιους αρχηγούς διεδέχθη, και την Ιστορία τής παρατάξεως. Και δεν μπορεί να καταλάβει πως όταν έχεις αποτύχει στις σχέσεις σου με την λαϊκή βάση, οφείλεις να αποχωρήσεις.

Χρειάζεται, φυσικά, γενναιότητα για μία τέτοια ενέργεια. Ιδιότητα, που σπανίζει όλο και περισσότερο στο σημερινό πολιτικό τοπίο…

Share This Article