του Λ. Αλεξάνδρου
Ο ιστορικός Θουκυδίδης δεν έγραψε ιστορία με τη συμβατική έννοια του όρου, ούτε ενδιαφέρθηκε απλώς να αφηγηθεί γεγονότα, ούτε να εξυμνήσει πρόσωπα και ηρωισμούς. Το έργο του υπήρξε η πρώτη συστηματική ανάλυση ισχύος στην παγκόσμια πολιτική σκέψη. Πίσω από τις μάχες, τις συμμαχίες και τις διπλωματικές κινήσεις, τις εμφύλιες έριδες και τις πολιτικές δολοπλοκίες ο Αθηναίος ιστορικός αναζήτησε τους πραγματικούς μηχανισμούς που καθορίζουν τη συμπεριφορά των εκάστοτε κρατικών οντοτήτων: τον φόβο, το συμφέρον και τη φιλοδοξία. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τον Θουκυδίδη δραματικά επίκαιρο στη σημερινή εποχή.
Είναι προφανές ότι από την εποχή της πανδημίας του Κορονοϊού ο σύγχρονος κόσμος εγκαταλείπει συστηματικά τη σχετική σταθερότητα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου και εισέρχεται σε μια φάση ανοιχτού ανταγωνισμού ισχύος.
Η αμερικανική υπεροχή εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχη, αλλά για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εμφανίζεται μια δύναμη, εν προκειμένω, η Κίνα, που διαθέτει τη δυνατότητα μακροπρόθεσμης στρατηγικής αμφισβήτησης. Παράλληλα, η Ρωσία επανέρχεται μέσω στρατιωτικής ισχύος, ενώ περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, επιχειρούν να εκμεταλλευθούν τη ρευστότητα του διεθνούς συστήματος.
Ο Θουκυδίδης θα αναγνώριζε αμέσως το διαμορφούμενο σκηνικό. Στην ανάλυσή του, η διεθνής πολιτική δεν διέπεται από ηθικές βεβαιότητες αλλά από την κατανομή ισχύος.
Θεμελιώδης αρχή της σκέψης του Θουκυδίδη αποτελεί ότι οι συμμαχίες δημιουργούνται όσο εξυπηρετούν συμφέροντα, και ότι οι ισορροπίες διατηρούνται όσο οι αντίπαλοι θεωρούν ότι το κόστος της σύγκρουσης είναι μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος. Οι δύο αυτές θεμελιώδεις αρχές καταλήγουν στην συνισταμένη αρχή ότι η ειρήνη δεν αποτελεί φυσική κατάσταση αλλά προσωρινή ισορροπία φόβου.
Η περίφημη «παγίδα του Θουκυδίδη» συχνά παρουσιάζεται με υπερβολικά απλουστευμένο τρόπο, και μάλιστα από ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα καν περί τίνος πρόκειται, ούτε έχουν διαβάσει μια σελίδα του Θουκυδίδου.
Στην πραγματικότητα ο κορυφαίος ιστορικός δεν υποστήριξε ποτέ ότι ο πόλεμος είναι μοιραίος. Μέσα από την ανάλυση της συγκρούσεως Αθηναίων και Λακεδαιμονίων υποστηρίζει, επί το ορθότερον καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι όταν μεταβάλλεται η ισορροπία ισχύος, αυξάνεται δραματικά η πιθανότητα σύγκρουσης, διότι η άνοδος της μίας δύναμης γεννά ανασφάλεια στην άλλη. Ο φόβος αυτός οδηγεί σε καχυποψία, εξοπλισμούς, επιθετικές κινήσεις και τελικά σε κλιμάκωση, η οποία χρειάζεται μια θρυαλλίδα ώστε να μετατραπεί σε ένοπλη σύγκρουση.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο παγκόσμιο σύστημα. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία τους, μέσω της ιμπεριαλιστικής επίθεσης στο Ιράν, και τον έλεγχο της Μεσογείου με το Ισραήλ σε ρόλο διεθνή «τροχονόμου» της εξωτερικής τους πολιτικής.
Η Κίνα επιχειρεί να αποκτήσει οικονομική, τεχνολογική και στρατηγική κυριαρχία στην Ασία και σταδιακά σε ολόκληρο τον κόσμο, έχοντας μια αδιανόητη (και προφανώς μη αντιμετωπίσιμη με συμβατικούς τρόπους) εμπορική εξαγωγική δύναμη. Η Ρωσία αμφισβητεί ανοιχτά τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, συντηρώντας έναν πενταετή «αέναο» πόλεμο στην Ουκρανία. Το αποτέλεσμα είναι η ανάδυση μιας νέας εποχής διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, όπου η ισχύς επιστρέφει ως κυρίαρχος παράγοντας της διεθνούς καπιταλιστικής πολιτικής.
Μέσα σ’ αυτή τη μετάβαση, η ανατολική Μεσόγειος αποκτά κομβική σημασία. Και εδώ η θουκυδίδεια ανάλυση γίνεται εξαιρετικά χρήσιμη για την κατανόηση της τουρκικής στρατηγικής.
Η Τουρκία δεν ενεργεί παρορμητικά ούτε αποσπασματικά. Λειτουργεί ως αναθεωρητική δύναμη που επιδιώκει αλλαγή συσχετισμών στο θέατρο των επιχειρήσεων της νοτιοανατολικής Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Η στρατηγική της βασίζεται στην αντίληψη ότι το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις που θα κινηθούν επιθετικά θα αποκομίσουν γεωπολιτικά οφέλη.
Η «Γαλάζια Πατρίδα», η αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, , οι παρεμβάσεις σε Λιβύη, Συρία και Καύκασο αποτελούν εκφράσεις αυτής της λογικής ισχύος. Η Τουρκία δεν επιδιώκει απλώς καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης, αλλά προφανώς αναβάθμιση γεωπολιτικού της ρόλου. Ο Θουκυδίδης θα περιέγραφε αυτή τη συμπεριφορά ως φυσική συνέπεια της αυξανόμενης φιλοδοξίας μιας δύναμης που αισθάνεται ότι διαθέτει στρατηγικό momentum.
Το κρίσιμο ερώτημα, κατά την γνώμη μας, αφορά την ελληνική αντίδραση. Στη θουκυδίδεια σκέψη, τα κράτη που αγνοούν την πραγματική φύση της ισχύος οδηγούνται σε στρατηγικά αδιέξοδα. Η αδυναμία εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων, η ψευδαίσθηση ασφάλειας και η σύγχυση μεταξύ επιθυμιών και πραγματικότητας αποτελούν προάγγελους ήττας.
Η Ελλάδα μεταπολιτευτικά συχνά κινήθηκε με την παραδοχή ότι η συμμετοχή σε δυτικούς θεσμούς αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει σταθερότητα, όμως ο Θουκυδίδης υπενθυμίζει ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με βάση αφηρημένες διακηρύξεις δικαίου αλλά με βάση την αξιοπιστία ισχύος, δηλαδή για να το πούμε απλά, με αμοιβαία συμφέροντα στη βάση του δούναι και λαβείν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το διεθνές δίκαιο ή οι συμμαχίες είναι αδιάφορες, σημαίνει όμως ότι αποκτούν ουσιαστικό βάρος μόνο όταν συνοδεύονται από πραγματική αποτρεπτική δυνατότητα. Στον κόσμο του Θουκυδίδη, οι αδύναμοι δεν επιβιώνουν επειδή έχουν δίκιο, αλλά επειδή καθιστούν το κόστος επίθεσης δυσβάσταχτο.
Η Ελλάδα οφείλει συνεπώς να αναπτύξει στρατηγική μακράς πνοής. Όχι περιστασιακή διαχείριση κρίσεων, αλλά συγκροτημένη εθνική αντίληψη ισχύος, πράγμα που σημαίνει ενίσχυση αποτροπής, ενεργειακή αυτονομία, δημογραφική ανθεκτικότητα, παραγωγική βάση και πολιτική συνοχή.
Στην θουκυδίδεια σκέψη, η ισχύς δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά η συνολική ικανότητα αντοχής ενός κράτους διαχρονικά. Ο ίδιος κατέγραψε πως οι κοινωνίες παρακμάζουν όταν χάνουν την εσωτερική τους συνοχή. Ο διχασμός, η πολιτική παρακμή και η αποσύνθεση της συλλογικής συνείδησης λειτουργούν διαβρωτικά ακόμη και για ισχυρά κράτη. Η αθηναϊκή κατάρρευση δεν προήλθε μόνο από τη σπαρτιατική ισχύ αλλά και από τη στρατηγική ύβρη (Σικελική Εκστρατεία) και την εσωτερική φθορά της πόλεως τους λαοπλάνους δημαγωγούς.
Το δίδαγμα για τον σύγχρονο Ελληνισμό είναι σαφές: Η εποχή που ανοίγεται δεν θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα αλλά από παρατεταμένο διεθνή ανταγωνισμό ιμπεριαλιστικής ισχύος. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα συγκρούονται οικονομικά, τεχνολογικά και γεωπολιτικά, ενώ περιφερειακές δυνάμεις θα επιδιώκουν αναθεώρηση συνόρων και ισορροπιών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάς δεν έχει την πολυτέλεια της στρατηγικής αφέλειας. Ο Θουκυδίδης προσφέρει μια καθαρή θέαση της πραγματικότητας, η οποία είναι ότι τα έθνη επιβιώνουν όταν διαθέτουν ισχύ, ιστορική αυτογνωσία και κυρίως βούληση συνέχειας.

