Προ μερικών ημερών η Ευρωπαϊκή Ένωση ψήφισε την συμφωνία με την Mercosur, την Νότια Κοινή Αγορά που αποτελείται από την Αργεντινή, την Βολιβία, την Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγάη. Ανάμεσα στις χώρες που την ψήφισαν ήταν και η Ελλάδα ενώ την καταψήφισαν η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία.
Η συμφωνία προβλέπει ελευθερία συναλλαγών μεταξύ των δύο υπερεθνικών ενώσεων προσβλέποντας κυρίως στην εξαγωγή βιομηχανικών και χημικών προϊόντων, ποτών, αυτοκινήτων και μηχανημάτων από τις βιομηχανίες των ευρωπαϊκών κρατών και αντίστοιχα την εισαγωγή κυρίως γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Ωστόσο ο ευρωπαϊκός γεωργικός τομέας και δει ο ελληνικός αποτελεί μία σημαντική οικονομική συνιστώσα και έναν επίσης σημαντικό εδαφικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πυλώνα. Η παραγωγή των χωρών της Mercosur λειτουργεί σε διαφορετικά πλαίσια από τα ευρωπαϊκά με λιγότερο αυστηρά περιβαλλοντικά μέτρα, πιο χαλαρούς εργασιακούς κανονισμούς και χρήση ουσιών που απαγορεύονται στην ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο ο ανταγωνισμός δεν είναι ελεύθερος αλλά δομικά ανισόρροπος. Το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς σε μεγάλες ροές βοδινού κρέατος, ζάχαρης και άλλων προϊόντων που παράγονται στις χώρες του Νότου σημαίνει την άσκηση πίεσης σε δεκάδες ευρωπαϊκές φάρμες που αναγκάζονται να συμμορφωθούν με πολύ πιο αυστηρούς και δαπανηρούς κανονισμούς.
Το πλήγμα θα είναι σημαντικό ιδίως για την χώρα μας η οποία βασίζεται στον πρωτογενή τομέα. Ο Έλληνας παραγωγός έχοντας να αντιμετωπίσει υψηλό κόστος παραγωγής, τις αυξημένες τιμές της ενέργειας, την υψηλή φορολογία είναι με δεμένα τα χέρια απέναντι στα φθηνά, μαζικά αγροτικά προϊόντα που θα πλημμυρίσουν την ελληνική και ευρωπαϊκή αγορά.
Σε μία περίοδο που ο Έλληνας αγρότης και κτηνοτρόφος βάλλεται ήδη από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την μαζική θανάτωση δεκάδων αιγοπροβάτων, οι νέες πολιτικές της ΕΕ που στηρίζει η ελληνική κυβέρνηση βάζουν ταφόπλακα στην εγχώρια εθνική παραγωγή. Η συνέπεια της εφαρμογής των νέων συνθηκών της «ελεύθερης αγοράς» και του «ανοιχτού εμπορίου» θα είναι η εγκατάλειψη των εκμεταλλεύσεων, η εγκατάλειψη της γης, η εξάρτηση από τις εισαγωγές, η εξαφάνιση του Έλληνα παραγωγού και η εξάλειψη του πρωτογενούς τομέα. Την θέση τους φυσικά θα καταλάβουν οι πολυεθνικές του συνθετικού κρέατος και της χημικής παραγωγής σπόρων.
Την στιγμή που η Ευρώπη παρουσιάζεται ως παγκόσμιος ηγέτης στην οικολογική μετάβαση, υπογράφει μία συμφωνία με τις χώρες της Mercosur όπου η παραγωγή τους συνδέεται με την αποψίλωση δασών, την απουσία ελέγχου στις εκπομπές ρύπων, στη ποιότητα των λιπασμάτων, κλπ. Ενώ η συμφωνία περιλαμβάνει ρήτρες περιβαλλοντικής δέσμευσης είναι αμφίβολο το εάν αυτές πρόκειται να εφαρμοστούν αυστηρά. Εδώ αναδυέται μία βαθιά αντίφαση, η Ευρωπαϊκή Ένωση που επιβάλει υψηλά πρότυπα στους παραγωγούς της στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος κινδυνεύει να παρακάμψει τους κανόνες της μέσω των εισαγωγών.
Εκεί που καταλήγουμε είναι ότι έχουμε μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία δεν αντιπροσωπεύει σε καμία περίπτωση την Ευρώπη. Έχουμε μία πολιτική δομή η οποία δεν αντιπροσωπεύει το ηπειρωτικό Είναι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερο διχάζει τις ευρωπαϊκές χώρες παρά τις ενώνει. Δεν προάγει μία στρατηγική η οποία θα ωφελήσει τα ευρωπαϊκά κράτη, τα ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα και τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Αντ’ αυτού διαλέγει μία κάκιστη συμφωνία για τα κέρδη του βορειοευρωπαϊκού και κυρίως γερμανικού βιομηχανικού-χρηματιστικού κεφαλαίου που κλυδωνίζεται υπό το βάρος της παγκόσμιας κρίσης.

