Η «Μπανανία των αρίστων» ή αλλιώς Ελλάδα 2.0 πέτυχε ακόμη ένα «ρεκόρ»: την ακριβότερη βενζίνη στην Ευρώπη. Με την τιμή της αμόλυβδης να φτάνει περίπου τα 2 ευρώ το λίτρο, η χώρα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι επειδή οι Έλληνες (πλην φυσικά των «αρίστων») οδηγούν πολυτελή αυτοκίνητα ή επειδή η οικονομία αντέχει τέτοια κόστη. Το αντίθετο. Οι μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, αλλά το καύσιμο πλησιάζει τις τιμές των πλουσιότερων κρατών.
Η εξήγηση είναι απλή: Το μεγαλύτερο μέρος της τιμής της βενζίνης δεν είναι το ίδιο το καύσιμο αλλά οι φόροι. Ειδικός φόρος κατανάλωσης, ΦΠΑ και μια σειρά επιβαρύνσεων μετατρέπουν κάθε λίτρο σε μικρό φορολογικό μηχανισμό. Με απλά λόγια: ο πολίτης δεν πληρώνει μόνο για να κινηθεί· πληρώνει για να συντηρεί ένα μοντέλο οικονομίας που βασίζεται στην υπερφορολόγηση της καθημερινότητας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει συχνά την κατάσταση ως αποτέλεσμα «διεθνών συνθηκών». Όμως οι ίδιες συνθήκες ισχύουν και για χώρες όπου η βενζίνη κοστίζει 40 ή 50 λεπτά λιγότερο. Η διαφορά βρίσκεται στις πολιτικές επιλογές. Όταν το κράτος διατηρεί υψηλούς φόρους στα καύσιμα, το κόστος μεταφέρεται απευθείας στον πολίτη: στον εργαζόμενο που πρέπει να πάει στη δουλειά του, στον αγρότη που μετακινεί το προϊόν του, στον μικροεπαγγελματία που βλέπει τα έξοδά του να εκτοξεύονται.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό. Στο απάνθρωπο νεοφιλελεύθερο σύστημα όπου η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, ολιγοπώλιο και πεδίο κερδοφορίας, οι τιμές διαμορφώνονται με γνώμονα την αγορά και όχι τις κοινωνικές ανάγκες. Οι εταιρείες ενέργειας συνεχίζουν να εμφανίζουν υπερκέρδη, ενώ οι Έλληνες πολίτες υφίστανται την οικονομική αφαίμαξη.
Το αποτέλεσμα είναι μια καθημερινότητα όλο και πιο ακριβή. Η μετακίνηση γίνεται σταδιακά πολυτέλεια, το κόστος μεταφοράς ανεβάζει τις τιμές των προϊόντων και ο πληθωρισμός τροφοδοτείται από έναν φαύλο κύκλο ενεργειακής ακρίβειας.
Και έτσι επανέρχεται το βασικό ερώτημα: για ποιον λειτουργεί τελικά αυτή η οικονομία;
Για την κοινωνία που δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα ή για ένα σύστημα που μετατρέπει ακόμη και την ανάγκη μετακίνησης σε πηγή διαρκούς φορολόγησης και κερδοφορίας;
Γιατί σήμερα, σε μια χώρα εξευτελιστικών μισθών, η βενζίνη έχει αρχίσει να μοιάζει όλο και περισσότερο με είδος πολυτελείας. Άλλωστε όπως είχε πει και «Νέστορας» του μητσοτακισμού: «Οι φτωχοί δεν βάζουν βενζίνη»!
Γεώργιος Παπάζογλου

