Τίποτα πλέον δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση με τα σκάνδαλα στην «Μπανανία των Αρίστων». Πρόκειται για ένα διεφθαρμένο σύστημα που, σύμφωνα με τα ευρήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για χειραγώγηση διαδικασιών, σπατάλη πόρων και απάτη, για άλλη μια φορά, με ευρωπαϊκά κονδύλια.
Η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο των Βρυξελλών για προγράμματα κατάρτισης με την Κομισιόν να ζητά την επιστροφή του 25% των χρημάτων που δαπανήθηκαν.
Περίπου 1,6 εκατομμύρια ευρώ από τα 6,5 εκατομμύρια κοινοτικής χρηματοδότησης θεωρούνται προβληματικά, ενώ οι ίδιες οι ευρωπαϊκές αρχές αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο το τελικό ποσό να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Και αυτή τη φορά, η υπόθεση δεν σταματά σε μια απλή σύσταση: έχει ήδη διαβιβαστεί στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Αντιμετώπισης Απάτης (OLAF), την αρμόδια υπηρεσία για τη διερεύνηση απάτης!
Το πολιτικό και θεσμικό βάρος της υπόθεσης είναι σαφές: Όταν η OLAF εμπλέκεται, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρξαν απλώς λάθη, αλλά αν υπήρξε συνειδητή εκμετάλλευση ενός συστήματος που φαίνεται να επιτρέπει, αν όχι να ενθαρρύνει, τις ρεμούλες.
Τα ευρήματα των ελεγκτών σκιαγραφούν ένα περιβάλλον όπου η διαφάνεια υποχωρεί και ο ανταγωνισμός περιορίζεται. Διαγωνισμοί με όρους που λειτουργούν αποτρεπτικά για νέους συμμετέχοντες, τεχνικές προδιαγραφές που ευνοούν φωτογραφικά συγκεκριμένους παρόχους και φορείς που εμφανίζονται να έχουν διπλό ρόλο, σχεδιάζοντας τα προγράμματα και στη συνέχεια υλοποιώντας τα (!) συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε σύμπτωση.
Την ίδια στιγμή, ο σχεδιασμός των προγραμμάτων αποκαλύπτεται βαθιά διεφθαρμένος. Στόχοι που αποδεικνύονται εξωπραγματικοί, αποκλίσεις που φτάνουν έως και το 80% και δράσεις που δεν βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα της αγοράς εργασίας δείχνουν ότι η προβλεπόμενη κατάρτιση ήταν απλά ένα πρόσχημα. Αντίθετα, η απορρόφηση κονδυλίων φαίνεται να λειτούργησε ως αυτοσκοπός.
Στο οικονομικό σκέλος, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο επιβαρυντική. Οι αρμόδιες αρχές, εποπτευόμενες από την κυβέρνηση, φέρονται να υιοθέτησαν συστηματικά το ανώτατο επιτρεπόμενο κόστος για τις υπηρεσίες κατάρτισης, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση ή σύγκριση με τις πραγματικές τιμές της αγοράς.
Το αποτέλεσμα είναι προγράμματα υπερκοστολογημένα, που επιβάρυναν τα δημόσια ταμεία χωρίς αντίστοιχη προστιθέμενη αξία, στην αγορά εργασίας.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα της ίδιας της κατάρτισης. Η πλειονότητα των δράσεων υλοποιήθηκε μέσω ασύγχρονων μορφών εκπαίδευσης, με ελάχιστη έως μηδενική αλληλεπίδραση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η πρακτική άσκηση αντικαταστάθηκε από θεωρητικές διαδικασίες αμφίβολης χρησιμότητας.
Η ποιότητα τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση, θυμίζοντας έντονα το φιάσκο της τηλεκατάρτισης της πανδημίας, το γνωστό «Σκοιλ Ελικικού», που τότε αντιμετωπίστηκε ως επικοινωνιακή αστοχία, από την κυβέρνηση και τις ορντίναντσες της.
Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα για πρόγραμμα επανένταξης αποφυλακισμένων, όπου εντοπίζονται σοβαρές παραβιάσεις: ελλιπής τεκμηρίωση, αδυναμία επαλήθευσης συμμετοχών και σημαντικά κενά στις διαδικασίες αξιολόγησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, τίθεται ακόμη και ζήτημα εγκυρότητας του ίδιου του έργου.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στη διατύπωση της ίδιας της Κομισιόν, η οποία δεν κάνει λόγο για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για «συστημικές αδυναμίες»! Τι θέλει άραγε να πεί, ας μας το εξηγήσουν τα τηλεοπτικά φερέφωνα του πρωθυπουργού-Μωυσή.
Η υπόθεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο για άλλη μια φορά την κυβέρνηση Μητσοτάκη με όρους σοβαρού σκανδάλου. Όταν τα ίδια και τα ίδια επαναλαμβάνονται —από την περίοδο της πανδημίας μέχρι σήμερα— το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να είναι αν πρόκειται για «αστοχίες» και «χρόνιες παθογένειες».
Ο λογαριασμός, πάντως, για άλλη μια φορά έχει ήδη φτάσει. Και αυτή τη φορά δεν συνοδεύεται από αμήχανα χαμόγελα και δικαιολογίες, αλλά από απαιτήσεις επιστροφής χρημάτων και έρευνα για πιθανή απάτη, όπως ακριβώς και στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το «Σκοιλ Ελικικού» δεν ήταν απλώς ένα στιγμιότυπο ντροπής , ήταν το σύμπτωμα της βαθιάς σήψης που διατρέχει τη χώρα μας, με τα έργα και ημέρες της «Μαξίμου ΑΕ».
Γιώργος Παπάζογλου

