Η πρώτη δημόσια συνάντηση εργασίας του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν μετά την Πρωτοχρονιά πραγματοποιήθηκε χωρίς καμία αναφορά –τουλάχιστον σε δημόσιο επίπεδο– στις δραματικές εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Η επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών που οδήγησε στην ανατροπή και σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο δεν μπήκε στην ατζέντα, ούτε ως καταγγελία ούτε ως πολιτικό σχόλιο.
Το ίδιο ισχύει και για τις μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ιράν, αλλά και για την κατάσταση στην Κούβα, η οποία επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία έχει επενδύσει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά σε αυτές τις χώρες, η δημόσια στάση της Μόσχας παραμένει αξιοσημείωτα υποτονική.
Παραδοσιακά, το Κρεμλίνο δεν χάνει ευκαιρία να καταγγείλει τις λεγόμενες «έγχρωμες επαναστάσεις», τις οποίες αποδίδει σε αμερικανική υποκίνηση με στόχο την ανατροπή φιλικών προς τη Ρωσία καθεστώτων. Ωστόσο, αυτή τη φορά, ούτε σκληρή ρητορική υπάρχει ούτε δημόσια επίθεση κατά της Ουάσιγκτον.
Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η σιωπή δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αντανακλά μια συνειδητή επιλογή αυτοσυγκράτησης, καθώς η Μόσχα αποφεύγει να ανοίξει νέα μέτωπα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία απορροφά σχεδόν όλο το πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο της ρωσικής ηγεσίας.
Η ειδικός σε θέματα ρωσικής εξωτερικής πολιτικής Hanna Notte σημειώνει ότι, παρότι «η Ρωσία οφείλει να τοποθετηθεί», το Κρεμλίνο επιλέγει να μην προκαλέσει ευθέως την Ουάσιγκτον. Όπως τονίζει, «έτσι εξηγείται γιατί δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα από τον Πούτιν ή το περιβάλλον του».
Από την πλευρά της, η αναλύτρια Nicole Grajewski επισημαίνει ότι είναι πιθανό να βρίσκονται σε εξέλιξη παρασκηνιακές διπλωματικές κινήσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά το Ιράν, οι οποίες όμως δεν αποτυπώνονται στη δημόσια ρητορική.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η ουσία είναι ότι για τη Μόσχα η Ουκρανία αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ρωσία εμφανίζεται λιγότερο διατεθειμένη να «διασώσει» συμμάχους ή καθεστώτα, όπως εκείνα στη Βενεζουέλα ή ακόμη και στο Ιράν, εάν κάτι τέτοιο συνεπάγεται περαιτέρω διεθνή σύγκρουση.
Σε μια περίοδο όπου η Ρωσία δίνει τη μάχη της σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό μέτωπο, επιλέγει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αλλού από απόσταση – αφήνοντας τους συμμάχους της να διαπιστώσουν ότι η ρωσική στήριξη δεν είναι πλέον δεδομένη ούτε απεριόριστη.

