Μετά από σχεδόν 52 χρόνια, ένας ακόμη αγνοούμενος της τραγωδίας του 1974 επέστρεψεστην πατρίδα ως ήρωας. Ο Νίκος Βιολάρης, μόλις 18 ετών τότε, από το Καλό Χωριό Κλήρου, δεν ήταν απλώς ένας στρατιώτης της Εθνικής Φρουράς· ήταν ένα παιδί της ζωής, ένας βιοπαλαιστής, ένας νέος με όνειρα, που όμως βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της Ιστορίας.
Υπηρετώντας στο Μηχανικό, βρέθηκε αντιμέτωπος με την τουρκική εισβολή σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές του Ελληνισμού. Το 70ό Τάγμα Μηχανικού, όπως και τόσες άλλες μονάδες, βρέθηκε εκτεθειμένο μέσα σε συνθήκες χάους, προδοσίας και εγκατάλειψης. Κι όμως, μέσα σε αυτό το τοπίο, ξεχώρισαν μορφές που τίμησαν μέχρι τέλους τον όρκο τους. Ο Νίκος Βιολάρης ήταν μία από αυτές.
Όταν ήρθε η ώρα, δεν δίστασε. «Αν δεν πάμε, ποιος θα σταματήσει τους Τούρκους;» φέρεται να είπε πριν ανέβει στο στρατιωτικό όχημα που τον οδήγησε στην πρώτη γραμμή. Στη μάχη της Λαπήθου και του Καραβά, τον Αύγουστο του 1974, θεάθηκε για τελευταία φορά. Από τότε, το όνομά του προστέθηκε στη μακρά λίστα των αγνοουμένων.

Πίσω του άφησε μια ιστορία που συγκλονίζει. Η αρραβωνιαστικιά του, η Ελένη, μόλις 16 ετών τότε, έμεινε για χρόνια να τον περιμένει. Παρά τις πιέσεις να συνεχίσει τη ζωή της, κράτησε ζωντανή τη μνήμη του. Και όταν τελικά προχώρησε, το έκανε με την ευχή της οικογένειάς του, χωρίς ποτέ να ξεχάσει.
Η επιστροφή του Νίκου Βιολάρη ήταν η ολοκλήρωση μιας εκκρεμότητας δεκαετιών και όχι μία απλή μια ταυτοποίηση οστών. Στην εξόδιο ακολουθία, η Ελένη, πλέον καταβεβλημένη από τα χρόνια, στάθηκε απέναντι στη φωτογραφία του σαν εκείνο το 16χρονο κορίτσι που τον αποχαιρετούσε για πρώτη φορά. Τον φίλησε, κρατώντας ακόμη το επίθετό του, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Η κορύφωση ήρθε στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου τα οστά του τοποθετήθηκαν στην Κιβωτό των ηρώων. Εκεί αποκαλύφθηκε και η συγκλονιστική λεπτομέρεια: ανάμεσα στα οστά, το δεξί του χέρι κρατούσε ακόμη σφιχτά την ξιφολόγχη. Τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Εκείνος όμως δεν υποχώρησε. Δεν παραδόθηκε. Πολέμησε μέχρι την τελευταία στιγμή, σώμα με σώμα, όπως οι αρχαίοι πολεμιστές.
Στο τελευταίο αντίο, ο δίδυμος αδελφός του, Αντρέας, ψιθύρισε μέσα σε λυγμό: «Στο καλό, Σπαρτιάτη μου…»

