19η Μαΐου: Άνω σχώμεν τας καρδίας

6 Χρόνος ανάγνωσης

του Λ. Αλεξάνδρου

ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.  ἐξεγέρθητι· ἱνατί ὑπνοῖς, Κύριε; ἀνάστηθι καὶ μὴ ἀπώσῃ εἰς τέλος.  ἱνατί τὸ πρόσωπόν σου ἀποστρέφεις; ἐπιλανθάνῃ τῆς πτωχείας ἡμῶν καὶ τῆς θλίψεως ἡμῶν;  ὅτι ἐταπεινώθη εἰς χοῦν ἡ ψυχὴ ἡμῶν, ἐκολλήθη εἰς γῆν ἡ γαστὴρ ἡμῶν. ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Ψαλμός 43

Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία όπου τα έθνη δοκιμάζονται όχι μόνο από τους εχθρούς τους, αλλά και από την δύναμή τους να θυμούνται. Η μνήμη είναι ευλογία, αλλά πολλές φορές είναι και βάρος. Και ο Ελληνισμός κουβαλά πολλά βάρη αιώνων. Από την Άλωση της Βασιλίδος και από την Σμύρνη μέχρι την Κύπρο, η φυλή μας έμαθε να επιβιώνει μέσα από τις στάχτες της.

Στην ιστορική αυτή διαδρομή υπάρχει ένα γεγονός το οποίο χαρακτηρίζεται από μια βαθυτάτη οντολογική ειδοποιό διαφορά. Δεν αποσκοπούσε στην δίωξη ή στην υποδούλωση ελληνικών εδαφών και πληθυσμών, αλλά σε αυτή την ίδια την εξάλειψη ενός λαού από προσώπου της γης. Αυτή υπήρξε η Γενοκτονία των Ποντίων.

Η 19η Μαΐου δυστυχώς έχει καταστεί στο θλιβερό ελλαδικό κρατίδιο μια τυπική επέτειος, μια ακόμη ημερομηνία καταθέσεων στεφάνων και κενών λόγων από τους εκάστοτε περιφερόμενους πολιτικούς θιάσους.

Ωστόσο για την άτροπο ιστορική μνήμη του Ελληνισμού αποτελεί ημέρα εθνικού πένθους. Είναι η ημέρα κατά την οποία ο όντως Ελληνισμός σκύβει το κεφάλι μπροστά στις 353.000 ψυχές των Ελλήνων εθνομαρτύρων του Πόντου που χάθηκαν μέσα στην φωτιά, στο μαχαίρι, στην εξορία και στο μαρτύριο.

Κάποτε, στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, άνθιζε ένας κόσμος ατόφιος από Χριστό και Ρωμιοσύνη. Από την εποχή των αρχαίων αποικιών έως τα χρόνια της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος και μετέπειτα της Οθωμανικής κατοχής, οι Έλληνες του Πόντου κράτησαν άσβεστη την ταυτότητά τους. Μέσα σε έναν εχθρικό περίγυρο, κράτησαν την γλώσσα του Ομήρου, την πίστη της Ορθοδοξίας και το πνεύμα της Ρωμιοσύνης.

Οι καμπάνες των εκκλησιών αντηχούσαν από την Σινώπη έως την Τραπεζούντα και τα ελληνικά σχολεία δίδασκαν Όμηρο, ιστορία και παράδοση. Τα μοναστήρια, με κορυφαίο την Παναγία Σουμελά, γίνονταν κιβωτοί πίστεως και εθνικής συνειδήσεως. Ο Πόντος δεν ήταν απλώς μια γεωγραφική περιοχή, ήταν ένα ζωντανό κομμάτι της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού, το ποιο ζωντανό κύτταρο της ελληνικής Ανατολής.

Και ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να αφανισθεί, μ’ ένα σχέδιο εξοντώσεως το οποίο εφαρμόσθηκε με ανατριχιαστική μεθοδικότητα. Άνδρες στρατεύονταν βιαίως στα περιβόητα τάγματα εργασίας , τα «αμελέ ταμπουρού», που στην πραγματικότητα ήταν κινητά στρατόπεδα αργού θανάτου, τα οποία εξασφάλιζαν το «πλεονέκτημα» ότι οι νεκροί ουδέποτε θα εντοπίζονταν, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των Αρμενίων. Χιλιάδες πέθαναν από πείνα, κακουχίες και βασανιστήρια χωρίς ποτέ να ξαναδούν τις οικογένειές τους, και χωρίς ποτέ να υπάρξει το μνήμα τους.

Γυναίκες και παιδιά εκτοπίζονταν μέσα στον χειμώνα, σε ατέλειωτες πορείες προς την ενδοχώρα της Ανατολίας. Πολλοί ξεψυχούσαν στην άκρη των δρόμων, αλλοι σφάζονταν, άλλοι βιάζονταν, άλλοι απλώς «εξαφανίζονταν». Ολόκληρα χωριά παραδίδονταν στις φλόγες, εκκλησίες ισοπεδώνονταν, σχολεία καταστρέφονταν. Ένας  πολιτισμός 6 και πλέον αιώνων επιχειρήθηκε να σβήσει σαν να μην υπήρξε ποτέ.

 19η Μαΐου του 1919. Η ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα. Για την σύγχρονη Τουρκία θεωρείται ημέρα «εθνικής αναγεννήσεως». Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, όμως, είναι η αρχή της πιο σκοτεινής φάσεως της εξοντώσεως. Από εκείνη την στιγμή, οι διωγμοί πήραν χαρακτήρα ολοκληρωτικού και συστηματικού αφανισμού.

Οι μαρτυρίες της εποχής παγώνουν ακόμη και σήμερα το αίμα: Μητέρες που έπνιγαν τα βρέφη τους για να μην πέσουν ζωντανά στα χέρια των τσετών, ιερείς που σταυρώθηκαν, παιδιά που περπατούσαν ξυπόλυτα στα χιόνια μέχρι να καταρρεύσουν, γέροντες που πέθαιναν ψιθυρίζοντας προσευχές στην Παναγία.

Και όμως, ο Πόντος δεν παραδόθηκε. Στα βουνά οργανώθηκαν αντάρτικες ομάδες, άνθρωποι απλοί, γεωργοί, δάσκαλοι, κληρικοί, πήραν τα όπλα για να προστατεύσουν τις οικογένειες και την τιμή τους. Δεν πολεμούσαν μόνο για την ζωή τους, πολεμούσαν για να μην πεθάνει η μνήμη της Ρωμιοσύνης.

Γιατί οι Πόντιοι ήξεραν κάτι που οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν: πως ο Ελληνισμός δεν ζει μέσα σε φυσικά σύνορά, στα οποία ως επί των πλείστων ασφυκτιά. Ζει όσο κρατά την ψυχή του όρθια. Αυτός είναι και ο λόγος που απέτυχαν να εξαφανίσουν τον Πόντο.

Ο Πόντος ως ψυχή και ως οντότητα θα ζει ες αεί. Στην ποντιακή λύρα, στα μοιρολόγια της ξενιτιάς, στην γλώσσα που πέρασε από γενιά σε γενιά σαν ιερή παρακαταθήκη.  Και κυρίως, ζει μέσα στην Ορθοδοξία. Στο απόρθητο καστρομοναστήρι της Παναγιάς  Σουμελά, και στο συναπάντημα της Ρωμιοσύνης στο Βέρμιο.

Διότι η πίστη υπήρξε το στερνό καταφύγιο του Ποντιακού Ελληνισμού. Όταν χάθηκαν πατρίδες, περιουσίες και άνθρωποι, έμεινε ο Σταυρός. Έμεινε το κερί μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Έμεινε η βεβαιότητα ότι το Γένος μπορεί να ματώνει, αλλά δεν πεθαίνει.

Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας παραμένει ηθικό και εθνικό χρέος. Χρέος όχι φυσικά του θλιβερού ψευτορωμαίικου των «αρίστων», του «επιτελικού  κράτους», του ΟΠΕΚΕΠΕ, των Τεμπών και του Pretador. Χρέος της αδούλωτης ψυχής της Ρωμιοσύνης, αν αυτή ακόμη υπάρχει.

Και όταν το απόβραδο κάθε 19ης Μαΐου, ανάβει κρυφά έστω και ένα καντήλι κάπου σε κάποιο ομιχλώδες χωριό της ποντιακής γης, η ψυχή της Ρωμιοσύνης δεν θα σβήσει ποτέ. 

πηγή: περιοδικό ΑΝΑΚΤΗΣΗ

Share This Article