Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια φράση αρκεί για να γκρεμίσει μήνες προσεκτικά χτισμένης επικοινωνιακής προπαγάνδας. Μια τέτοια φράση ακούστηκε από τον άνθρωπο που βρίσκεται στον πυρήνα του σκανδάλου των υποκλοπών: τον ιδιοκτήτη της περιβόητης Intellexa, Τάλ Ντίλιαν.
Στη συνέντευξή του στην εκπομπή Mega Stories και τη δημοσιογράφο κ. Δώρα Αναγνωστοπούλου, ο Ντίλιαν προχώρησε σε μια δήλωσηη οποία σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα θα προκαλούσε πολιτικό σεισμό: Η εταιρεία του παρέχει το λογισμικό παρακολούθησης Predator spyware μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου. Ούτε σε ιδιώτες, ούτε σε «άγνωστα κέντρα», ούτε σε «παράλληλα δίκτυα».
Η φράση αυτή είναι αρκετή για να γκρεμίσει έναν ολόκληρο επικοινωνιακό μηχανισμό των «αρίστων» που επί μήνες προσπαθούσε να θολώσει τα νερά. Γιατί αν το λογισμικό Predator δεν πωλείται σε ιδιώτες, τότε το βασικό επιχείρημα που ακούστηκε επανειλημμένα από κυβερνητικά στελέχη, ότι δηλαδή κάποιοι «άγνωστοι» ιδιώτες μπορεί να χρησιμοποιούσαν το σύστημα χωρίς σχέση με το κράτος , καταρρέει παταγωδώς.
Και εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα ερωτήματα για την κυβέρνηση του Μητσοτάκη.
Ποιος χρησιμοποιούσε το Predator στην Ελλάδα;
Ποιος είχε πρόσβαση σε ένα τόσο προηγμένο εργαλείο παρακολούθησης; Ποιος αποκόμιζε οφέλη από τις παρακολουθήσεις;
Και πώς γίνεται μια χώρα να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός διεθνούς σκανδάλου ψηφιακής κατασκοπείας χωρίς καμία σαφή απάντηση από το πολιτικό της σύστημα;
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια απλή πολιτική διαμάχη. Όταν δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα βρίσκονται στο στόχαστρο λογισμικού κατασκοπείας, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς τεχνικό ή νομικό. Είναι βαθιά θεσμικό και πολιτειακό. Είναι η ίδια η ουσία της μητσοτακικής δυστοπίας που ζούμε.
Για μήνες η κυβέρνηση επιχειρούσε μέσω των φερέφωνων της να αντιστρέψει την πραγματικότητα και να κάνει το «μαύρο-άσπροο». Αρχικά υπήρξε άρνηση: Η γνωστή ρητορική «δεν ήξερα δεν γνώριζα, δεν ενημερώθηκα», όπως ακριβώς έγινε και στην τραγωδία των Τεμπών. Στη συνέχεια μετατόπιση της συζήτησης, και έπειτα μια σειρά από ασαφείς απαντήσεις και θεσμικές σιωπές. Και το σκάνδαλο σιγά- σιγά πίστευαν ότι ξεχάστηκε.
Και τώρα έρχεται ο άνθρωπος που εμπορεύεται το ίδιο το λογισμικό και λέει κάτι εξαιρετικά απλό: οι πελάτες είναι κυβερνήσεις. Η αντίφαση είναι εκκωφαντική.
Αν ο Ντίλιαν λέει την αλήθεια, τότε το σενάριο των «ιδιωτών» μοιάζει περισσότερο με πολιτικό κατασκεύασμα παρά με πραγματική εξήγηση. Αν δεν λέει την αλήθεια, τότε προκύπτει ένα εξίσου σοβαρό ερώτημα: γιατί ένας διεθνής επιχειρηματίας να εκθέτει δημόσια μια «ομογάλακτη» κυβέρνηση με έναν τόσο άμεσο τρόπο;
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από γενικόλογες διατυπώσεις. Οφείλει να λογοδοτήσει, αλλά το θέμα είναι σε ποιους…
Οι δηλώσεις του Ντίλιαν δείχνουν ότι το ζήτημα δεν έχει κλείσει. Αντίθετα, ίσως τώρα ανοίγει πραγματικά.
Γιατί όσο παραμένουν αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα ποιος αγόρασε, ποιος χρησιμοποίησε και ποιος γνώριζε, το σκάνδαλο των υποκλοπών θα συνεχίσει να βαραίνει το δυσώδες πολιτικό σύστημα. Και κυρίως την κυβέρνηση επί των ημερών της οποίας το Predator έκανε τη σκοτεινή διαδρομή του στον ελληνικό δημόσιο βίο.

