Η συζήτηση για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης επιστρέφει ξανά στο προσκήνιο, με αφορμή τις προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη να ανοίξει –άμεσα ή έμμεσα– το ζήτημα μιας νέας αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.
Παρά τις προεκλογικές διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας στο ασφαλιστικό, τα μηνύματα που εκπέμπονται το τελευταίο διάστημα από κυβερνητικά στελέχη, οικονομικούς κύκλους και μητσοτακικά φερέφωνα, μόνο καθησυχαστικά δεν είναι για τους εργαζόμενους.
Η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης επιμένει ότι η Ελλάδα οφείλει να «προσαρμοστεί στις δημογραφικές εξελίξεις» και στις πιέσεις που ασκεί η γήρανση του πληθυσμού στο ασφαλιστικό σύστημα. Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενικά τεχνοκρατική διατύπωση κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η προοπτική οι εργαζόμενοι να παραμείνουν στην αγορά εργασίας ακόμη περισσότερα χρόνια, σε μια χώρα όπου η εργασιακή ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία των νέων παραμένουν διαχρονικά προβλήματα.
Επί της ουσίας έχουμε να κάνουμε με μια προβλέψιμη συνέχεια μιας απάνθρωπης νεοφιλελεύθερης πολιτικής που μεταφέρει σταθερά το βάρος της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος στους ίδιους τους εργαζόμενους.
Αντί να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για την ενίσχυση των εισφορών μέσω καλύτερων μισθών, για την αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής ή για ένα διαφορετικό μοντέλο χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, η εύκολη λύση φαίνεται να είναι μία: δουλέψτε μέχρι να πεθάνετε.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς την καθημερινότητα μεγάλου μέρους των εργαζομένων. Σε κλάδους όπως η οικοδομή, ο τουρισμός, η εστίαση ή η βιομηχανία, η εργασία συχνά είναι εξαντλητική ήδη από τη μέση ηλικία. Η προοπτική να εργάζεται κάποιος μέχρι τα βαθιά γεράματα δεν μοιάζει με «μεταρρύθμιση», αλλά με εργασιακό γκουλάγκ με δεσμοφύλακες τους «αρίστους» του επιτελικού κράτους.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πιθανή αύξηση των ορίων ηλικίας ως αναγκαία προσαρμογή στις ευρωπαϊκές τάσεις. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η σύγκριση είναι επιλεκτική: σε πολλές χώρες της Ευρώπης οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας και οι κοινωνικές παροχές είναι πολύ διαφορετικές από την ελληνική πραγματικότητα και σαφώς ανώτερες. Η μεταφορά μόνο των πιο σκληρών μέτρων χωρίς τις αντίστοιχες κοινωνικές εγγυήσεις μοιάζει περισσότερο με πολιτική επιλογή παρά με αναπόφευκτη ανάγκη.
Την ίδια στιγμή, το ζήτημα έχει έντονη πολιτική διάσταση. Για πολλούς εργαζόμενους και συνταξιούχους, κάθε συζήτηση περί αύξησης των ορίων ηλικίας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι αιματηρές θυσίες της δεκαετίας των μνημονίων όχι μόνο δεν έκλεισαν οριστικά το ασφαλιστικό κεφάλαιο, αλλά τουναντίον άνοιξαν ακόμη περισσότερο την όρεξη του αδηφάγου καπιταλιστικού συστήματος εις βάρος των δικαιωμάτων και της ζωής των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι απλό αλλά κρίσιμο: μέχρι πότε θα μετατίθεται το δικαίωμα στη σύνταξη στο μέλλον; Για μια κοινωνία που ήδη δοκιμάζεται από οικονομική ασφυξία και δημογραφική συρρίκνωση, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική: Οι τσέπες των ανεπάγγελτων «αρίστων» γεμίζουν από τον ιδρώτα των εργαζομένων! Μέχρι αυτοί να πεθάνουν. Αυτός είναι ο νεοφιλελευθερισμός της αστικής τάξης και του μητσοτακικού «επιτελικού κράτους».
Γιώργος Παπάζογλου

