Τρία χρόνια από το έγκλημα των Τεμπών: Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Δικαίωση

5 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Γιώργος Μάστορας
Αρθρογράφος Συγγραφέας

Τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το έγκλημα των Τεμπών, με την υπόθεση να μην έχει κλείσει, παρά το κυβερνητικό «μπάζωμα», και παρά το «πλυντήριο «ευθυνών από βουλή και κόμματα. Δεν έχει κλείσει ούτε δικαστικά, ούτε κοινωνικά, ούτε πολιτικά, ακριβώς επειδή γέννησε κάτι πολύ βαθύτερο: ένα ρήγμα στον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί το κράτος, οι θεσμοί, το πολιτικό σύστημα. Ένα ρήγμα που δεν δημιουργήθηκε από τα κόμματα και τους μηχανισμούς τους, αλλά μέσα από την ίδια την κοινωνία. Μια κοινωνία, η οποία εναντιώθηκε στην απαξίωση, την κόπωση και τον φόβο, αρνούμενη να αποδεχθεί την συγκάλυψη ως κανονικότητα, καθώς στήριξε τις προσπάθειες των συγγενών των θυμάτων να αποκαλυφθεί η αλήθεια και στοχοποίησε ως πραγματικό ένοχο τόσο την κυβέρνηση Μητσοτάκη όσο και το πολιτικό σύστημα γενικότερα.

Οι μεγάλες κινητοποιήσεις του περασμένου έτους, έδειξαν ότι υπάρχει ακόμη η βαθιά ανάγκη για Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Δικαίωση. Έδειξαν ότι μπορεί να συγκροτηθεί ξανά ένα συλλογικό «εμείς», όχι ως κενό σύνθημα, αλλά ως εμπειρία βασισμένη στην κοινή μας μοίρα, το κοινό αίσθημα ανασφάλειας, ανησυχίας και ασφυξίας, στην κοινή πεποίθηση ότι η κατάσταση ωδεύει προς την πλήρη παρακμή και σήψη.

Αυτή ακριβώς η βαθιά ανάγκη είναι που σήμερα (εξακολουθεί να) απειλείται. Όχι μόνο από την κυβερνητική αλαζονεία και τις αηδιαστικές μεθοδεύσεις συγκάλυψης, αλλά και από τα γνώριμα βρώμικα «κόλπα» του πολιτικού συστήματος: τον έλεγχο, την οικειοποίηση, το στένεμα του νοήματος, τον διχασμό.

Από την μια μεριά, είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η υπόθεση ως «λήξασα». Είναι οι εξοργιστικοί χειρισμοί της δικαστικής εξουσίας, με λειψές δικογραφίες, που αφήνουν στο απυρόβλητο συγκεκριμένα ένοχα πολιτικά πρόσωπα. Είναι η εκστρατεία λάσπης απέναντι στους συγγενείς. Είναι η προσβλητική απόφαση για εκταφή κάποιων θυμάτων, για να γίνουν μόνο κάποιες εξετάσεις (και σίγουρα όχι αυτές που θα έδειχναν τα πραγματικά αίτια του θανάτου τους), παρά την αντίθεση των συγγενών.

Από την άλλη μεριά, είναι η τάση να εγκλωβιστεί η όλη υπόθεση σε ελεγχόμενα σχήματα, σε ασφαλείς και ανώδυνες αντιπολιτευτικές ρητορικές, σε κλασικά – μονότονα συνθήματα που φωτίζουν μόνο μια πλευρά ενός πολύ ευρύτερου ζητήματος. Το «κίνημα των Τεμπών» δεν γεννήθηκε για να επιβεβαιώσει πολιτικές ταυτότητες συστημικών κομμάτων. Αντιθέτως, φούντωσε παρά την απραξία και την αδράνεια της αντιπολίτευσης, των κομμάτων, των θεσμικών συνδικαλιστικών φορέων. Μίλησε μια γλώσσα πιο ανθρώπινη, λαϊκή και αληθινή, ενώνοντας Έλληνες διαφορετικών διαδρομών, ηλικιών, πολιτικών εμπειριών, μετατρέποντας (έστω και για κάποιες στιγμές) την ίδια την κοινωνία σε πρωταγωνιστή.

Η δύναμη αυτού του «κινήματος των Τεμπών» βρίσκεται (ακόμη τουλάχιστον)στον ακηδεμόνευτο χαρακτήρα του. Στο ότι δεν «ελέγχεται», δεν «ανατίθεται», δεν «τακτοποιείται». Στο ότι αντλεί αντοχή από την ενότητα της ίδιας της κοινωνίας και όχι από μικροπολιτικές περιχαρακώσεις.  Στο ότι εμπεριέχει περισσότερα από ένα αιτήματα: Δικαιοσύνη – Δικαίωση για τα Τέμπη, αλλά και Δικαιοσύνη – Δικαίωση παντού. Για την Χώρα που είναι υποτελής σε ξένα συμφέροντα και απεμπολεί την Εθνική Κυριαρχία της. Για τις υποδομές που καταρρέουν, για την εργασία που απαξιώνεται, για ένα αντεθνικό και αντιλαϊκό κράτος που συστηματικά αποτυγχάνει να προστατεύσει την ζωή, για την Αξιοπρέπεια, την Τιμή και την Ηθική που απειλούνται.

Συμπληρώνοντας σήμερα τρία χρόνια από εκείνη την δολοφονία και λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της βασικής δίκης (με τους πραγματικούς ενόχους να απουσιάζουν ως κατηγορούμενοι απ’ αυτήν), το ζητούμενο (επί του παρόντος) δεν είναι να συμφωνήσουμε όλοι σε όλα, αλλά να κρατήσουμε ανοιχτό αυτό το ρήγμα. Να μην επιτρέψουμε να επικρατήσει το «κουκούλωμα» και η λήθη. Να θεωρήσουμε ότι, παρά τις όποιες διαφορετικές προσεγγίσεις, ο μόνος στόχος παραμένει κοινός: Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Δικαίωση.

Η κοινωνική συμμετοχή που γεννήθηκε μέσα από ένα κρατικό έγκλημα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν θα δεχθούμε να συνεχίσουμε να «ζούμε» σε μια Χώρα όπου η απαξίωση της ζωής θεωρείται αναπόφευκτη, ή αν θα επιμείνουμε ότι μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος. Αυτή η πρό(σ)κληση δεν κερδίζεται με «ανάθεση», αλλά με την συνεχή και συνεπή ενεργητική συμμετοχή.

Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση