30 Αυγούστου 1948, η καθοριστική μάχη της Δημητσάνας

7 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Γεώργιος Διον. Κουρκούτας
Φιλόλογος-συγγραφέας

Η ιστορική Δημητσάνα δοκιμάζεται για μία ακόμη φορά…

Η Δημητσάνα είναι μία από τις πιο ιστορικές πόλεις της Πελοποννήσου. Στα χρόνια του 1821, η πατρίδα του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ και του Παλαιών Πατρών Γερμανού ήταν η κύρια βάση παροχής μπαρουτιού για την Εθνεγερσία, ενώ πιο πριν με τις Σχολές της ήταν το πνευματικό κέντρο του υπόδουλου Μωριά.

Μία μεγάλη δοκιμασία όμως περίμενε την ιστορική αυτή περιοχή, στα χρόνια της Κομμουνιστικής Ανταρσίας. Στις 30 Αυγούστου 1948, εκατοντάδες κομμουνιστές (του λεγομένου «Δημοκρατικού Στρατού») επιτέθηκαν με μανία, για να εφαρμόσουν κι εδώ την γνωστή τους τακτική της αρπαγής εφοδίων και πολιτών, που θα τους επιστράτευαν στις δυνάμεις τους βιαίως.

Η επίθεση την αυγή της 30η Αυγούστου 1948
Όπως περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο του «Η Τραγική αναμέτρηση» (εκδ. Ωκεανίδα, β΄ τόμος, σελ. 155 κε.) ο ιατρός και συγγραφέας Αλέξανδρος Ζαούσης, «Η ιστορική κωμόπολη της Δημητσάνας βρίσκεται έξω από τον γνωστό και ατέλειωτο δρόμο Βυτίνας-Ολυμπίας. Όταν την πλησιάζεις σούρουπο, ξεπετάγεται σαν μια μικρή πολιτεία του περασμένου αιώνα. Και ανήκει πράγματι στην Επανάσταση του Εικοσιένα. Στις 30 Αυγούστου 1948, μέσα στο βαθύ σκοτάδι, σ’ ένα φυλάκιο της Χωροφυλακής, στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία, στις παρυφές της Δημητσάνας, ένας ενωμοτάρχης άκουσε  βήματα που πλησίαζαν και με στεντόρεια φωνή κραύγασε το κλασικό : «Αλτ, ψηλά τα χέρια!». Κι αμέσως έριξε με το αυτόματό του μια ριπή προς τις σκιές που κινούνταν….

Επρόκειτο για την ανιχνευτική περίπολο μιας μεγάλης δυνάμεως ανταρτών που ετοιμάζονταν για επίθεση. Ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Το μεγάλο ρολόι της μητροπόλεως χτύπησε πέντε φορές. κι ακολούθησε ένας ορυμαγδός πυρών εναντίον της κωμοπόλεως απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Μέσα στις ριπές των αυτομάτων ξεχώριζαν οι βαρείς γδούποι των όλμων και κάτι εκκωφαντικοί θόρυβοι, πρωτόγνωροι στ’ αυτιά της φρουράς της Δημητσάνας. Για πρώτη φορά στην Πελοπόννησο οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν «πάντσερ», δηλαδή αντιαρματικούς εκτοξευτές εναντίον οχυρών θέσεων».

Η απόκρουση της επιθέσεως και η νίκη των εθνικών δυνάμεων
Ήταν μία τελευταία και μεγάλη προσπάθεια των κομμουνιστών ανταρτών να χτυπήσουν ένα μεγάλο αστικό κέντρο της Πελοποννήσου. Ζούσαν τους τελευταίους μήνες δράσης τους στην Πελοπόννησο, καθώς εντός ολίγων μηνών η άφιξη της 9ης Μεραρχίας, των Λ.Ο.Κ. και το σχέδιο «Περιστερά» θα οδηγήσουν στην εξουδετέρωση της παρουσίας τους στην νότιο Ελλάδα, μέχρι τον Ιανουάριο του 1949. Η πλάστιγγα είχε γείρει πλέον εις βάρος τους και εντός του θέρους του 1949 θα εξοντώνονταν και οι τελευταίες μεγάλες βάσεις του, σε Βίτσι και Γράμμο. Ακριβώς έναν χρόνο μετά την μάχη της Δημητσάνας.

Για να επιτεθούν στην Δημητσάνα, με επικεφαλής τον εκλεκτό του Ν. Ζαχαριάδη Στέφανο Γκιουζέλη, οι κομμουνιστές χρησιμοποίησαν τετραπλάσιες δυνάμεις σε σχέση με τους αμυνόμενους, δηλαδή 1200 άνδρες και γυναίκες, με βάσεις από Μαίναλο, Ταΰγετο και Κορινθία. Την ιστορική Δημητσάνα υπερασπίζονταν 320 άνδρες: μία Διλοχία του Μηχανοκινήτου Τάγματος Χωροφυλακής, η μικρή τοπική δύναμη χωροφυλάκων και 55 άνδρες των ΜΑΥ. Επικεφαλής τους αναδείχθηκαν ηρωικά οι Μοίραρχοι Ανδρέας Ανδρικόπουλος και Αθανάσιος Ανδρεόπουλος. Αλλά και 50 κάτοικοι της πόλεως πήραν τα όπλα και βοήθησαν τους Χωροφύλακες, ανάμεσά τους δε κι ένας 60χρονος ιερέας. Το 1944 είχαν επιτεθεί πάλι στην πόλη οι κομμουνιστές, δολοφονώντας εξέχοντες πολίτες της.

Ο Μέραρχος Αλέξανδρος Τσιγγούνης, που έδρευε στην Τρίπολη, έδωσε διαταγή, από τα χαράματα ήδη, να σπεύσουν για υπεράσπιση της Δημητσάνας όλες οι διαθέσιμες πέριξ δυνάμεις. Οι Χωροφύλακες, με αιχμή το φυλάκιο της Αγίας Παρασκευής, αμύνονταν ηρωικά, παρότι πολλοί ήταν τραυματίες από τα πυρά που δέχθηκαν. Όπως αναφέρει ο Αλ. Ζαούσης, «αυτή η μικρή εποποιία γράφτηκε …στα οχυρωμένα σημεία, γύρω από τη Δημητσάνα, από τους χωροφύλακες. Τραυματίες επέδεσαν τα τραύματά τους και συνέχιζαν να μάχονται…. Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί πέφτουν νεκροί δίπλα στους άνδρες τους, οι οποίοι έρχονται στα χέρια με τους αντάρτες…».

Η σημασία των γεγονότων και ο σεβασμός στην Μνήμη των Υπερασπιστών…
Η κωμόπολη άντεξε και το απομεσήμερο οι επιτιθέμενοι υποχώρησαν, χτυπημένοι πλέον και από τα αεροσκάφη της Αεροπορίας. Ξεπέρασαν τους 100 οι νεκροί των επιτιθεμένων, με πιο πολλούς τραυματίες. Όπως τονίζει ο Κωνσταντίνος Καραλής στο βιβλίο του «Ιστορία των δραματικών γεγονότων Πελοποννήσου» (που βραβεύθηκε από την ακαδημία Αθηνών, στον β΄ τόμος, σελ. 227), «όταν αργότερα ήθελαν τα στελέχη και η ηγεσία [των κομμουνιστών] να αναφερθούν στας αιτίας της βαθμιαίας κατρακύλας του συμμοριτισμού έλεγον: «ας όψεται η Δημητσάνα, από τότε που μας πήρε ο κατήφορος». Και πράγματι, είχον δίκαιο, η Δημητσάνα έκανε την αρχή για το ξύλωμα και τη συντριβή των ενόπλων κομμουνιστικών δυνάμεων».

Η νίκη των Εθνικών δυνάμεων στην Δημητσάνα ήταν έργο κυρίως της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής (που είχε 12 νεκρούς στην μάχη), με την Ελληνική Βασιλική Αεροπορία να συνδράμει στην εξουδετέρωση των υπολειμμάτων των επιτιθεμένων. Δικαίως και τιμώνταν από την επίσημη Πολιτεία και από αγήματα της Χωροφυλακής, μέχρι την επιβολή υποχρεωτικής λήθης από μεταπολιτευτικές καιροσκοπικές εξουσίες. Ακόμη και ο Δήμος της περιοχής (σήμερα ο λεγόμενος Δήμος Γορτυνίας) αγνοεί επιδεικτικά την επέτειο, δείχνοντας ασέβεια προς την Ιστορία της πόλεως.

Επί δεκαετίες όμως, παρά την επιδεικτική αδιαφορία των «επισήμων», που λειτουργούν για μία ακόμη φορά καιροσκοπικά και εις βάρος της Ελληνικής Ιστορίας, συνεχιζόταν και συνεχίζεται η απόδοση τιμής στους Υπερασπιστές. Τελούνταν σχετικό μνημόσυνο στον Ιερό Ναό Αγίας Κυριακής και τρισάγιο στο ηρώο με τα ονόματα των πεσόντων, κάτι που ήταν πρωτοβουλία του (υπεραιωνόβιου πλέον) στελέχους της Χωροφυλακής Ιωάννη Παπαδόπουλου, από την Δαφνούλα Ηλείας, και της Ενώσεως Αποστράτων Αστυνομίας και Χωροφυλακής Αρκαδίας.

Σ΄ αυτήν την τελετή μνήμης δεσπόζει η διάτρητη από τις σφαίρες των κομμουνιστών εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Όπως πάντα, λίγοι μνήμονες και φιλότιμοι πατριώτες κι εδώ διασώζουν την Τιμή και την Ιστορία. Και δεν ξεχνούν όσους κράτησαν ελεύθερη την Ελλάδα σε εποχές δύσκολες.

Share This Article