Κωνσταντίνος Ι. Τσοπάνης
Δρ του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου
Ἦταν 5 Μαρτίου 1913 ὅταν ἡ Ἑλλάδα συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴν τραγικὴ εἴδηση τῆς δολοφονίας τοῦ βασιλιᾶ Γεωργίου Α’ στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Σχινά. Ἕναν “σχιζοφρενή”, “ἀναρχικό”, “‘Ἔμισθο πράκτορα”, “βουλγαρίζοντα” καὶ πόσα ἄλλα τέτοια δὲν τοῦ ἐπισύναψαν, ὁ ὁποῖος ὅμως ἤξερε ἀναμφιβόλως καλὸ σημάδι. Κι ἡ ἀλήθεια πὼς ἔφερε εἰς πέρας τὴν ἀποστολή του, ἀφοῦ ὁ Βασιλιᾶς πέθανε.
Τρεῖς μόλις ἡμέρες μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, στὶς 29 Ὀκτωβρίου 1912, ὁ βασιλιᾶς Γεώργιος Ἂ′ μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του βασίλισσα Ὄλγα καὶ τὴν Αὐλή του ἐγκαθίσταται μονίμως στὴν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, προκειμένου νὰ ἐπισημοποιήσει, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἑδραιώσει τὴν ἑλληνικὴ παρουσία στὴ Συμβασιλεύουσα πόλη, καὶ νὰ ἑδραιώσει μὲ τὸ κῦρος του τὴν ἕνωση τῆς Βορείου Ἑλλάδος μὲ τὴν παλαιὰ Ἑλλάδα.
Τὸ βασιλικὸ ζεῦγος φιλοξενήθηκε στὴν ἔπαυλη τοῦ Κλέωνα Χατζηλαζάρου, ἀρχοντικὸ τοῦ 1890 στὴν πανέμορφη, μακριὰ ἀπὸ τὸ κέντρο ὁδὸ Ἐξοχῆς, στὴν ὁδὸ ποὺ φέρει σήμερα τὸ ὄνομά του ὡς “Βασιλέως Γεωργίου Α΄”.
Τὸν Μάρτιο τοῦ 1913, ὁ Βασιλιᾶς θὰ γιόρταζε τὸ χρυσό του Ἰωβηλαῖο καὶ σχεδίαζε νὰ παραιτηθεῖ ὑπὲρ τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ του, τοῦ Στρατηλάτου καὶ Διαδόχου Κωνσταντίνου, ποὺ φαινόταν νὰ ὑποστασιάζει στὸ πρόσωπο τοῦ τοὺς ἀλυτρωτικοὺς πόθους τοῦ Ρωμαίικου γιὰ τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἀγιὰ Σοφιά.
Στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1913, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, τοῦ καὶ Προστάτου καὶ Ὑπερμάχου τῆς Θεσσαλονίκης ἀνὰ τοὺς αἰῶνας, σχεδίαζε νὰ παραιτηθεῖ ἐπισήμως ὁ Βασιλεὺς ὑπὲρ τοῦ Στρατηλάτου Διαδόχου Κωνσταντίνου, ἐνῷ σύμπας ὁ νέος Ἑλληνισμὸς ἔδειχνε τὴν Πόλη! Τὸ μεσημέρι τῆς Τρίτης 5 Μαρτίου, ὁ βασιλιᾶς Γεώργιος ἀκολουθῶντας τὴ συνήθεια τοῦ καθιερωμένου ἀπογευματινοῦ περιπάτου του στὴν παραλία τῆς πόλεως, ξεκίνησε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα (μέγαρο Χατζηλαζάρου) μὲ κατεύθυνση τὴν ἀποβάθρα τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Μαζὶ του ἦταν καὶ ὁ ὑπασπιστής του ταγματάρχης Γεώργιος Φραγκούδης καὶ δύο Κρητικοὶ χωροφύλακες ποὺ ἀκολουθοῦσαν λίγο πιὸ πίσω.
Περίπου στὶς 16:20, κατὰ τὴν ἐπιστροφή του στὰ ἀνάκτορα, ὁ Γεώργιος μὲ τὴν συνοδεία του βάδιζαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἐξοχῆς, καὶ συγκεκριμένα μπροστὰ ἀπὸ τὸ καφενεῖο/παντοπωλεῖο τοῦ Ἀβραὰμ Ἰσχὰ στὸ Πασᾶ Λιμάν. Στὴ συμβολὴ μὲ τὴν ὁδὸ Ἁγ. Τριάδος, τὸν περίμενε ἀπὸ ὥρα ὁ Σερραῖος Ἀλέξανδρος Σχινάς, λίγα μόλις βήματα ἀπὸ τὸν ἀστυνομικὸ σταθμό. Μόλις εἶδε τὸν Βασιλιᾶ καὶ τὸν ὑπασπιστή του νὰ περνοῦν, τοὺς πλησίασε καὶ ἀπὸ ἀπόσταση δυὸ βημάτων πυροβόλησε τὸν Βασιλιᾶ στὴν πλάτη, μία φορά, στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς μὲ ἕνα περίστροφο τύπου “Μαυροβουνιώτικο”, προκαλῶντας καίριο τραῦμα. Ὁ Γεώργιος ἔκανε μερικὰ βήματα τρικλίζοντας κι ἔπεσε πάνω στὴν πόρτα τοῦ καταστήματος ποὺ ἄνοιξε ἀπὸ τὸ βάρος του, ἐνῷ οἱ θαμῶνες ἔτρεξαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μάταια ὅμως, ἦταν ἤδη νεκρός. Ἔπεσε δίχως νὰ πεῖ λέξη.
Ὁ Γεώργιος μεταφέρθηκε στὸ νοσοκομεῖο τοῦ «Παπάφειου Ὀρφανοτροφείου», ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν μπόρεσαν νὰ προσφέρουν καμιὰ βοήθεια, καθὼς ὁ Βασιλιᾶς ἦταν ἤδη νεκρός. Ἐκεῖ, ἡ σορὸς τοῦ Γεωργίου ταριχεύτηκε γιὰ νὰ ἐκτεθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη σὲ ἕνα λαϊκὸ προσκύνημα ποὺ διήρκεσε ἀρκετὲς ἡμέρες ἕως ὅτου μεταφερθεῖ στὴν Ἀθήνα μὲ τὴν βασιλικὴ θαλαμηγὸ «Ἀμφιτρίτη». Στὴν θαλαμηγὸ ἐπενέβαιναν τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας καθὼς καὶ πολλοὶ Ἀξιωματοῦχοι.
Στὴν Ἀθήνα, ἡ σορὸς τοῦ Βασιλέως τέθηκε σὲ τριήμερο λαϊκὸ προσκύνημα στὸν Καθεδρικὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ καὶ ἐν συνεχείᾳ κηδεύτηκε τὴν Τετάρτη 20 Μαρτίου στὸ βασιλικὸ κοιμητήριο Τατοΐου. Στὸ μνῆμα του, ἡ χήρα του, βασίλισσα Ὄλγα ζήτησε νὰ χαράξουν ἐπάνω στὴν πλάκα τὰ λόγια: «Ἔπεσεν ὑπὲρ Πατρίδος. Γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς».
Ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ θεωρίες γιὰ τὰ κίνητρα τοῦ δολοφόνου τοῦ Γεωργίου Ἄ′, τοῦ μακροβιότερου Βνασιλέως τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς ἱστορίας, δὲν ἐπιβεβαιώθηκαν ποτέ. Τὸ γεγονὸς τῆς δολοφονίας τοῦ ἀνώτατου ἄρχοντος τῆς χώρας, ἑνὸς Βασιλέως ἰδιαιτέρως ἀγαπητοῦ στὸν Ἑλληνικὸ λαό, συντάραξε τοὺς Ἕλληνες.
Γνώριζε ἄριστα τοὺς Ἕλληνες καὶ πάσχισε γιὰ τὸ καλὸ τῆς χώρας. Μὲ τὸν θάνατο καὶ τὸ αἷμα του κατοχύρωσε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Μακεδονία εἰς τὴν Ἑλλάδα.
Ὁ Γεώργιος κατάφερε νὰ προσαρμοστεῖ στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα σὲ μεγάλο βαθμό. Ἡ διαλλακτικότητα καὶ ἡ ψυχραιμία του, τοῦ ἐπέτρεψε, νὰ διατηρεῖ ἀνοιχτὲς γραμμὲς μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ νὰ παραμένει ἡ ἐξουσία του πάντοτε σεβαστή. Σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς παράγοντες μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ ὄχι μόνο ἡ ἰδιαιτέρως μακροχρόνια βασιλεία του, ἀλλὰ καὶ ἡ ὡρίμανση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ποὺ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐξευρωπαΐστηκε σὲ μεγάλο βαθμό.
Υἱὸς καὶ ἀδελφὸς Βασιλέων καὶ Αὐτοκρατόρων, προφανῶς ἤλπισε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ μεταφέρει τὴν πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου του στὴ Θεσσαλονίκη, μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς ἑπομένης μεταφορᾶς στὴν Πόλη. Αὐτὸ ἦταν τὸ μοιραῖο λάθος του. Τοῦ εἶχαν πεῖ ξεκάθαρα ὅτι τὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου του ἔπρεπε νὰ πααμείνουν στὴ Μελούνα. Εἶχε δεῖ τὸ παράδειγμα τῆς ἐξώσεως τοῦ φουστανελλοφόρου Ὄθωνος, ὁ ὁποῖος διώχθηκε ἐπειδὴ δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς ὑποδείξεις. Ὁ ἴδιος θὰ τὸ πλήρωνε μὲ τὴ ζωή του. Δέκα χρόνια ἀργότερα θὰ πέθαινε ἄρρωστος στὴν ἐξορία καὶ ὁ πρωτότοκος υἱὸς καὶ Διάδοχός του, ὁ Βασιλεὺς ποὺ διπλασίασε τὰ ἐδάφη τῆς Ἑλλάδος καὶ τριπλασίασε τὸν πληθυσμό της, Ἡ Ἑλλὰς εἶχε σκληρὰ Ἀφεντικὰ καὶ δὲν δέχονταν νὰ ἀγνοοῦνται οἱ ἐντολές τους. Ἡ Βασιλικὴ Δυναστεία ὄφειλε νὰ τὸ ἐμπεδώσει καλὰ αὐτό.

