γράφει ο Γιώργος Μάστορας
Αρθρογράφος Συγγραφέας
Παρακάμπτοντας την πρόσφατη καταστροφική συμφωνία ΕΕ – Mercosur, ας σταθούμε σε κάποια δεδομένα.
Το Αγροτικό εισόδημα μειώνεται, οι τιμές παραγωγού σε σχέση με το κόστος παραγωγής είναι χαμηλές, πολλοί βρίσκονται στο όριο της εγκατάλειψης (ειδικά η Κτηνοτροφία απειλείται με αφανισμό), η ύπαιθρος ερημώνει ακόμη περισσότερο με τους νέους να την εγκαταλείπουν, η Χώρα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από εισαγωγές για να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες της.
Αφού, λοιπόν, είναι έτσι η κατάσταση, που αναγκάζει ακόμη και τους κυβερνώντες να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει πρόβλημα, τότε το μείζον ζήτημα είναι τι προτείνει και τι θα κάνει η κυβέρνηση για να αντιστραφεί η αρνητική κατάσταση, που παρεμπιπτόντως αποτελεί αποτέλεσμα (και) των πολιτικών επιλογών της…
Το ίδιο ερώτημα, όμως, απευθύνεται στο σύνολο του πολιτικού συστήματος του «δημοκρατικού τόξου», το οποίο περιορίζεται σε μια εύκολη, στείρα, ανέξοδη και ανεύθυνη αντιπολίτευση. Ασχολείται με το Αγροκτηνοτροφικό ζήτημα μόνο όταν αυτό έρχεται, μέσω κινητοποιήσεων, στην επικαιρότητα.
Η απάντηση είναι «σχεδόν τίποτα «και «μια από τα ίδια». Το μόνο που η κυβέρνηση αντιτείνει είναι ότι: α) Θα πληρώσει τις επιδοτήσεις, που ούτως ή άλλως κάθε χρόνο οφείλει να δίνει (πως τις δίνει κι αυτές, ένας Θεός ξέρει…) και β) Συζητά – παζαρεύει κάποια πιο χαμηλή τιμή στο Αγροτικό ρεύμα, μεγαλύτερη επιστροφή φόρου ή και αφορολόγητο πετρέλαιο, αύξηση της κάλυψης του ΕΛΓΑ, ένα ποσό για την Κτηνοτροφία και κάποιες ενισχύσεις αναπλήρωσης εισοδήματος για κάποιες από τις καλλιέργειες που κατέρρευσαν οι τιμές τους (βαμβάκι, σιτάρι), με χρήματα που θα προκύψουν από αδιαίρετα ποσά των Αγροτικών ενισχύσεων, δηλαδή από ποσά που έπρεπε ήδη να είχε μοιράσει στους Αγρότες.
Τα παραπάνω δεν συνιστούν καμία πολιτική ανάταξης της Γεωργίας και της Κτηνοτροφίας, δεν δείχνουν καμία αγωνία για το μέλλον του πρωτογενή τομέα και της υπαίθρου. Η μερική ικανοποίηση κάποιων οικονομικών αιτημάτων των Γεωργών και των Κτηνοτρόφων μπορεί να δώσει μια πρόσκαιρη μικρή ανάσα, βρίσκεται όμως μακριά από την ουσία του προβλήματος.
Αυτό που απασχολεί την κυβέρνηση είναι με ποιους πολιτικούς – επικοινωνιακούς χειρισμούς, θα ξεμπλέξει με τα μπλόκα και όχι πως θα αντιστραφεί η πορεία παραγωγικής αποδιάρθρωσης και ερήμωσης.
Γιατί, εάν ενδιαφερόταν πραγματικά, θα έπρεπε πρωτίστως να απαντήσει στα εξής ερωτήματα – διαπιστώσεις: α) Υπάρχει στόχος και σχέδιο για συγκράτηση του Αγροτικού πληθυσμού και ηλικιακή ανανέωση του; β) Υπάρχει πλάνο για μια πιο ισορροπημένη και παραγωγική ανάπτυξη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, του real estate και των κάθε είδους υπηρεσιών; γ) Υπάρχει ζύμωση για διατροφική κυριαρχία, επισιτιστική επάρκεια και μείωση των εισαγωγών Αγροτικών προϊόντων που ξεπέρασαν τα 10 δισ. ετησίως; δ) Υπάρχει διάθεση για ενίσχυση της διαπραγματευτικής και εμπορικής θέσης των παραγωγών και έλεγχο της κερδοσκοπίας μεσαζόντων και καρτέλ; ε) Υπάρχει αντίθεση ή συναίνεση στις συμφωνίες της ΕΕ, για αθρόες εισαγωγές προϊόντων από τρίτες χώρες (ώστε να εξυπηρετηθούν οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων των ισχυρών χωρών προς αυτές)και τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δημιουργείται προς τους Ευρωπαίους παραγωγούς (Βεβαίως, η πρόσφατη συμφωνία με την Mercosur και η πλήρης κυβερνητική συναίνεση σ’ αυτήν έδωσε ήδη την απάντηση…); και στ) Υπάρχει επιθυμία για προστασία της Χώρας απέναντι σε υποκατάστατα και γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα;
Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να πάρουν σαφή θέση τόσο οι κυβερνώντες όσο και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα της Χώρας, που μονίμως ειδικεύονται στον μεταπρατισμό, τον «αεριτζηδισμό «και στην παρασιτική λεηλασία του δημόσιου χρήματος.
Μόνο εάν υπήρχε θετική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, τότε θα άνοιγε μια πραγματικά χρήσιμη συζήτηση για το πώς μπορούν να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι. Δηλαδή: Με ποιο Εθνικό και Περιφερειακό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης; Με ποια εργαλεία χάραξης και υποστήριξης πολιτικών; Με ποιο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και ποιες υπηρεσίες; Με ποια σύνδεση της επιστήμης με τις πραγματικές παραγωγικές ανάγκες; Με ποια οργάνωση και κατεύθυνση των επιδοτήσεων; Με ποια οργάνωση και συμμετοχή των παραγωγών; Μέσα από ποια εμπορικά δίκτυα και μέσα από ποιους ελεγκτικούς μηχανισμούς από το χωράφι στο ράφι; Με ποια κόστη παραγωγής και με ποια αναδιάρθρωση καλλιεργειών; Με ποιες παρεμβάσεις και θεσμικά μέτρα, ώστε ο παραγωγός να μην αναγκάζεται να πουλά τα προϊόντα του κάτω του κόστους παραγωγής; Με ποια εγχώρια βιομηχανία υποστήριξης του Αγροτικού τομέα και των εισροών του (σπόροι, λίπασμα, μηχανήματα, φυτοπροστασία); Με ποιες υποδομές και με ποια κίνητρα παραμονής στην ύπαιθρο; Με ποιον ΕΛΓΑ; Με ποια διαχείριση των κοινών πόρων και ειδικά του νερού, με ποιες υποδομές, σε ποιο βιώσιμο παραγωγικό σχέδιο και με ποια προστασία από την εμπορευματοποίηση; Με ποια πολιτική απέναντι στην ΚΑΠ, στην περιβόητη «πράσινη ανάπτυξη», στις ευρωπαϊκές εμπορικές συμφωνίες και στα υποβαθμισμένα τεχνητά τρόφιμα; Και όλα αυτά, με ποιους μηχανισμούς κοινωνικής συμμετοχής, ελέγχου και διαφάνειας;
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση και το υπόλοιπο καθεστωτικό πολιτικό σύστημα της Χώρας αδιαφορούν πλήρως για όλα τα παραπάνω. Δεν μπορούν ούτε καν να διανοηθούν μια Ελλάδα που θα παράγει, θα έχει μια ισορροπημένη ανάπτυξη, θα στέκεται στα πόδια της και θα δημιουργεί όρους Αξιοπρέπειας, Υπερηφάνειας και Δικαιοσύνης στους Έλληνες. Αντιμετωπίζουν την Πατρίδα και τον Λαό ως οικόπεδο, αποικία, κόμβο μεταφορών και μεταπρατισμού, πεδίο πλουτισμού για μια αδίστακτη και ανθελληνική ολιγαρχία.
Το ενδιαφέρον, σημαντικό και ελπιδοφόρο είναι ότι στον τωρινό Αγροτικό ξεσηκωμό, ίσως για πρώτη φορά, υπάρχουν πολλές φωνές που θέτουν το γενικότερο Αγροκτηνοτροφικό ζήτημα και την βαθιά υπαρξιακή διάσταση που έχει για την ύπαιθρο και την Χώρα. Αυτό συνδέει το πρόβλημα τόσο με την υπόλοιπη κοινωνία όσο και με το συνολικό ζήτημα επιβίωσης του Ελληνικού Έθνους. Αυτή η οπτική οφείλει να διατηρηθεί, να εμβαθύνει στον πυρήνα της και να μην περιοριστεί στο στενό πλαίσιο κάποιων προσφερόμενων οικονομικών παραχωρήσεων από την κυβέρνηση, που δεν δίνουν καμία ουσιαστική προστασία και προοπτική.
Έχουμε ανάγκη από θετικούς και ευοίωνους προβληματισμούς, που θα αναδεικνύουν τις βασικές προϋποθέσεις για την ανάταξη της παραγωγής, που θα συνενώνουν τα ρυάκια αντίστασης της Ελληνικής κοινωνίας σε ορμητικό ποτάμι, που θα Συμβάλλουν Αποφασιστικά στον Αναγκαίο Εθνικό και Λαϊκό Αγώνα για μια Ελλάδα με Παραγωγή, Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Κυριαρχία.

