Τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ διαλύουν οριστικά το κυβερνητικό αφήγημα περί δήθεν βελτίωσης δεικτών το 2025. Η πραγματικότητα είναι σκληρή : 62,1% των νοικοκυριών (από 60% το 2024), δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο διαχρονικά. Μάλιστα, το εισόδημα επαρκεί πλέον κατά μέσο όρο μόλις για 18 ημέρες, γεγονός που αποτυπώνει τη ραγδαία συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα. Επεκτείνεται δυναμικά και στη μεσαία τάξη, με οικογενειακά εισοδήματα έως 25.000 και 30.000 ευρώ. Το 12,1% δηλώνει ότι δεν καλύπτει βασικές ανάγκες, ενώ το 54% αναγκάζεται σε περικοπές για τα απολύτως αναγκαία. Παράλληλα, το 83,5% αδυνατεί να αποταμιεύσει, ένδειξη γενικευμένης οικονομικής ανασφάλειας και έλλειψης προοπτικής.
Ακόμα χειρότερα, οι ανισότητες διευρύνονται επικίνδυνα. Το εισόδημα εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας στο 75,3% των νοικοκυριών με εισόδημα έως 10.000 ευρώ και στο 71,7% εκείνων έως 18.000 ευρώ, όταν στα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ το ποσοστό περιορίζεται στο 35,8%. Έξι στα δέκα νοικοκυριά έως 18.000 ευρώ δηλώνουν ότι η κατάστασή τους επιδεινώθηκε το 2025, με αυξημένες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συσσώρευση χρεών. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις πολίτες (36,4%) αναγκάστηκαν να καθυστερήσουν επίσκεψη σε γιατρό ή ιατρική φροντίδα λόγω οικονομικής στενότητας.
Είναι πλέον διαχρονικό φαινόμενο η επίμονη ακρίβεια στα βασικά αγαθά να απορροφά το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η κυβέρνηση επιλέγει να μην συγκρουστεί με οργανωμένα συμφέροντα που διαμορφώνουν τιμές και αποκομίζουν υπερκέρδη σε βάρος της κοινωνίας.
Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι απαιτείται άμεση αλλαγή πολιτικής με αυστηρή εφαρμογή της νομιμότητας στην αγορά, ουσιαστικούς ελέγχους, διαφάνεια και στοχευμένα μέτρα στήριξης των οικογενειών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

