Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, η Ρωσία φαίνεται να αναζητά πλέον κάθε διαθέσιμη πηγή στρατιωτικού υλικού προκειμένου να διατηρήσει την πολεμική της μηχανή σε λειτουργία. Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν στο Διεθνές Φόρουμ Ασφάλειας της Μόσχας, Ρωσία και Ταλιμπάν συμφώνησαν να προχωρήσουν στην αποκατάσταση και επισκευή παλαιού σοβιετικής προέλευσης στρατιωτικού υλικού που παραμένει στο Αφγανιστάν από την εποχή της σοβιετικής κατοχής. Στα αποθέματα αυτά περιλαμβάνονται άρματα μάχης T-55 και T-62, τεθωρακισμένα BMP-1 και BMP-2, καθώς και ελικόπτερα Mi-17 και Mi-24.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Ταλιμπάν θεωρούνται πολιτικοί και ιδεολογικοί απόγονοι των ισλαμιστικών δυνάμεων των Μουτζαχεντίν που πολέμησαν τον σοβιετικό στρατό κατά τη δεκαετία του 1980, συμβάλλοντας στην ταπεινωτική αποχώρηση της. ΕΣΣΔ από το Αφγανιστάν το 1989. Οι ίδιες δυνάμεις είχαν υποστηριχθεί τότε από ξένες δυνάμεις και κυρίως τις ΗΠΑ στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, μετατρέποντας το Αφγανιστάν σε έναν από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της σοβιετικής ηγεσίας.
Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ρωσία, που κάποτε πολεμούσε τους ισλαμιστές αντάρτες στα βουνά του Αφγανιστάν, συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας μαζί τους για την αξιοποίηση υλικού σοβιετικής εποχής. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από λίγα χρόνια και η οποία καταδεικνύει το μέγεθος των αναγκών που έχει δημιουργήσει η μακροχρόνια ουκρανική σύγκρουση.
Παρά τις διακηρύξεις περί στρατιωτικής υπεροχής και παραγωγικής αυτάρκειας, η ανάγκη αναζήτησης και επαναφοράς σε υπηρεσία οπλικών συστημάτων ηλικίας δεκαετιών δείχνει ότι η φθορά του πολέμου είναι πραγματική. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι η Μόσχα επιλέγει να εμβαθύνει τη συνεργασία της με ένα ισλαμιστικό καθεστώς το οποίο παραμένει απομονωμένο από το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας.
Η συμφωνία με τους για πολλούς αναλυτές είναι ένα ακόμη σημάδι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει τη Ρωσία σε επιλογές που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιάφοροι, φέρνοντας την σε στενότερη συνεργασία με τις δυνάμεις που υπήρξαν ιστορικοί αντίπαλοι της Σοβιετικής Ένωσης και οι οποίοι συνδέονται ιδεολογικά με. κινήματα που επί δεκαετίες βρέθηκαν απέναντι τόσο στην Ευρώπη όσο και στον χριστιανικό κόσμο.

