Η τεχνητή αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και η ανάγκη επιστροφής στην πραγματική αντιπολίτευση

4 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Δημήτριος Τσίκας
Διεθνολόγος – Συγγραφέας

Η ελληνική πολιτική σκηνή βρίσκεται ξανά σε φάση ρευστότητας, όχι όμως απαραίτητα λόγω αυθεντικών κοινωνικών διεργασιών, αλλά εξαιτίας μιας συστηματικής προσπάθειας διαμόρφωσης εντυπώσεων μέσω δημοσκοπικών κατασκευών. Το τελευταίο διάστημα, παρατηρείται ένα φαινόμενο που ξεπερνά τα όρια της απλής πολιτικής ανάλυσης: η ανάδειξη νέων πολιτικών σχημάτων με ρυθμούς και ποσοστά που δεν ανταποκρίνονται σε καμία απτή κοινωνική δυναμική.

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις είναι ενδεικτικές. Έρευνα της Interview (21/04/2026) εμφανίζει το υπό διαμόρφωση κόμμα που σχετίζεται με τη Μαρία Καρυστιανού ως τρίτη πολιτική δύναμη, ενώ άλλη πανελλαδική μέτρηση του Καρδούλα (29/04/2026) παρουσιάζει ακόμη και «μάχη» για τη δεύτερη θέση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και του ίδιου πολιτικού σχηματισμού, με τον ΣΥΡΙΖΑ να καταγράφεται τέταρτος. Πρόκειται για ευρήματα που δεν μπορούν να εξηγηθούν με όρους πολιτικής επιστήμης ή κοινωνιολογίας, αλλά μόνο ως προϊόντα επικοινωνιακής υπερκατασκευής.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Νίκος Καρδούλας, πρόσωπο που συνδέεται πολιτικά με τη Νέα Δημοκρατία, εμφανίζεται μέσα από τέτοιου τύπου μετρήσεις να «προωθεί» με έμμεσο τρόπο το συγκεκριμένο σχήμα, τοποθετώντας το σχεδόν βεβιασμένα σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η εικόνα αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο εξυπηρετείται μια συγκεκριμένη πολιτική στόχευση: η διαμόρφωση ενός «βολικού» αντιπάλου για την κυβέρνηση. Δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη, προσωποκεντρική και χωρίς ισχυρή πολιτική συγκρότηση –είτε εκφράζεται από νέα εγχειρήματα είτε από φθαρμένες κομματικές δομές– είναι σαφώς προτιμότερη από μια πιο συνεκτική και αιχμηρή παρουσία που μπορεί να ασκήσει πραγματική πίεση.

Η ελληνική κοινωνία, παρά την απογοήτευση και την κρίση εμπιστοσύνης, δεν μεταβάλλει πολιτικές προτιμήσεις με τέτοια ταχύτητα και ένταση χωρίς ισχυρή οργανωτική βάση, σαφές πρόγραμμα και διαρκή παρουσία. Η προσπάθεια, λοιπόν, να παρουσιαστεί ένα νέο κόμμα ως έτοιμος πυλώνας εξουσίας, πριν καν αποκτήσει πολιτική υπόσταση, εγείρει εύλογα ερωτήματα.

Σε αυτό το περιβάλλον, καθίσταται ακόμη πιο σημαντική η ύπαρξη πολιτικών δυνάμεων που έχουν ήδη αποδείξει τη συνέπειά τους και την ικανότητά τους να εκφράσουν υπαρκτά κοινωνικά στρώματα. Ο Κυριάκος Βελόπουλος και η πολιτική του παρουσία αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με σταθερή γραμμή, σαφή εθνικό προσανατολισμό και συνεχή κοινοβουλευτική δραστηριότητα, έχει καταφέρει να διατηρήσει μια αυθεντική σχέση με ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας που δεν εκπροσωπείται από το λεγόμενο «συστημικό τόξο».

Σε αντίθεση με τις «φούσκες» που δημιουργούνται εν μια νυκτί, η πολιτική αξιοπιστία δεν οικοδομείται μέσω δημοσκοπήσεων, αλλά μέσα από συνεχή παρουσία, θέσεις και πολιτικό κόστος. Η ανάδειξη «νέων σωτήρων» χωρίς πολιτικό παρελθόν και χωρίς δοκιμασία στον δημόσιο διάλογο, δεν συνιστά ανανέωση, αλλά ανακύκλωση της ίδιας λογικής που οδήγησε τη χώρα σε κρίση.

Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια απόπειρα αναδιάταξης του πολιτικού χάρτη, όπου ο ρόλος των δημοσκοπήσεων δεν είναι απλώς καταγραφικός, αλλά διαμορφωτικός. Η υπερπροβολή συγκεκριμένων προσώπων και σχημάτων επιχειρεί να δημιουργήσει ένα «ρεύμα» που στην πραγματικότητα δεν έχει ακόμη σχηματιστεί.

Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παθητική αποδοχή. Η κοινωνία οφείλει να διακρίνει μεταξύ πραγματικής πολιτικής δύναμης και επικοινωνιακής κατασκευής. Και στο πεδίο της αντιπολίτευσης, εκείνοι που έχουν ήδη δώσει δείγματα γραφής, που έχουν συγκρουστεί και έχουν αντέξει, είναι αυτοί που μπορούν να εκφράσουν ουσιαστικά την ανάγκη για αλλαγή πορείας.

Η πολιτική δεν είναι τηλεοπτικό προϊόν ούτε στατιστικό παιχνίδι. Είναι σύγκρουση ιδεών, συνέπεια και αντοχή στον χρόνο. Και αυτά δεν μετρώνται σε ποσοστά στιγμής, αλλά στην πραγματική απήχηση μέσα στην κοινωνία.

Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση