του Γεώργιου Παπάζογλου
Η χώρα των φθηνών εργαζομένων: το success story που χτίστηκε πάνω σε μισθούς εξαθλίωσης. Αυτή είναι η νεοελλάδα 2.0, του Κυριάκου Μητσοτάκη, και των «πετσωμένων». Η αλλιώς η «Μπανανία των αρίστων».
Αν υπάρχει ένα «θαύμα» στην ελληνική οικονομία των τελευταίων 15 ετών, δεν είναι η ανάπτυξη, ούτε οι επενδύσεις, ούτε η περιβόητη «επιστροφή στην κανονικότητα». Είναι κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο κυνικό: η συστηματική φτωχοποίηση των εργαζομένων.
Τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν από τον ΟΟΣΑ δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα έχουν μειωθεί πάνω από 21% από το 2010! Δηλαδή, με απλά λόγια ακόμη χειρότερα και από την εφιαλτική εποχή των Μνημονίων! Πρόκειται για μια επίδοση ντροπής. Όχι απλώς τη χειρότερη μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, αλλά μοναδική σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο!. Σε έναν κόσμο όπου ακόμη και χώρες που βίωσαν κρίσεις κατάφεραν να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους, η Ελλάδα βυθίστηκε ακόμη περισσότερο στον βούρκο του νεοφιλελευθερισμού.
Και όμως, την ίδια στιγμή, ακούμε από τους κήνσορες της ΝΔ για «ισχυρή ανάπτυξη», για «επενδυτική έκρηξη», για «θωρακισμένη οικονομία». Ποια οικονομία; Εκείνη που πληρώνει τον εργαζόμενο λιγότερο από ό,τι πριν από δεκαπέντε χρόνια; Εκείνη που μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε πολυτέλεια και την αξιοπρεπή διαβίωση σε άπιαστο στόχο;
Η βιωτή αλήθεια της ελληνικής κοινωνίας είναι πολύ πιο ωμή από την κίβδηλη κυβερνητική ρητορική. Το απάνθρωπο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που εφαρμόζεται δεν είναι μοντέλο ανάπτυξης, αλλά εξαθλίωσης των εργαζομένων. Είναι μηχανισμός συμπίεσης μισθών, δικαιωμάτων και προσδοκιών. Ένα μοντέλο που βαφτίζει την ανασφάλεια «ευελιξία» και τη στασιμότητα «σταθερότητα».
Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, και συνεχίζουν να εφαρμόζονται, είχαν σαφή κατεύθυνση: να μειωθεί το «κόστος εργασίας» ώστε να γίνει η χώρα ελκυστική. Μόνο που πίσω από αυτόν τον τεχνοκρατικό όρο κρύβεται μια απλή πραγματικότητα: φθηνοί εργαζόμενοι. Όσο πιο φθηνοί, τόσο το καλύτερο για τους κυβερνητικούς δείκτες, τους μεγαλοκαρχαρίες και τα μονοπώλια. Όχι όμως για την κοινωνία, και την ελληνική οικογένεια.
Το αποτέλεσμα; Μια οικονομία που μπορεί να εμφανίζει κατασκευασμένους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δεν παράγει ευημερία για τους ανθρώπους. Μια αγορά εργασίας όπου οι νέοι είτε φεύγουν στο εξωτερικό είτε εγκλωβίζονται σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας χωρίς την παραμικρή προοπτική. Και επιπλέον οι εργαζόμενοι, οι μικροεπαγγελματίες, οι νέοι και τα ευάλωτα λαϊκά στρώματα αντιμετωπίζουν μια καθημερινότητα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Και μέσα σε αυτή τη δυστοπία, η κυβέρνηση και οι κάθε λογής «πετσωμένοι» επιμένουν να πανηγυρίζουν. Επιλέγουν να προβάλλουν τους μέσους όρους οι οποίοι εξυπηρετούν το νεοφιλελεύθερο αφήγημα και να αγνοούν τη πραγματικότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας, της οποίας έχουν κάνει κυριολεκτικά τον βίο αβίωτο.
Όμως η πραγματικότητα δεν εξωραΐζεται. Όταν μια χώρα καταγράφει τη μεγαλύτερη μείωση πραγματικών μισθών στον ανεπτυγμένο κόσμο, δεν μπορεί να μιλά για επιτυχία. Μπορεί μόνο να μιλά για τραγωδία.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο το πού βρισκόμαστε, αλλά το πού οδηγούμαστε. Αν αυτό το μοντέλο συνεχιστεί, η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιωθεί ως μια οικονομία χαμηλών μισθών και ανύπαρκτων προοπτικών. Μια χώρα που δεν θα συγκλίνει ποτέ πραγματικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά θα λειτουργεί ως φθηνή περιφέρεια. Κάτι δηλαδή σαν την Ταϊλάνδη της Ευρώπης…
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «αντέχει» η οικονομία. Το ερώτημα είναι αν αντέχει η κοινωνία. Και η απάντηση, για όλο και περισσότερους ανθρώπους, είναι ήδη αρνητική.

