γράφει ο Δημήτριος Τσίκας
Διεθνολόγος – Συγγραφέας
Τις τελευταίες ημέρες τα συστημικά μέσα ενημέρωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν ένα πραγματικό ρεσιτάλ υποκρισίας. Με ύφος εισαγγελέα, με δάκρυα ευαισθησίας και με ατελείωτα πάνελ περί «ρατσισμού» και «μίσους», επιχειρούν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής δεν είναι η διαφθορά, ούτε η λεηλασία δημοσίου χρήματος, αλλά… η κακή ICE που επιχειρεί να φέρει την τάξη στην Μινεσότα.
Και όμως, πίσω από αυτή την οργανωμένη υστερία «αντιρατσισμού», κρύβεται ένα σκάνδαλο γιγαντιαίων διαστάσεων, το οποίο τα ίδια ΜΜΕ κάνουν ό,τι μπορούν για να θαφτεί. Το σκάνδαλο της Μινεσότα.
Μιλάμε για μια υπόθεση που αφορά τη διαχείριση περίπου 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κοινωνικά προγράμματα. Τεράστιο μέρος αυτών των χρημάτων δόθηκε μέσω πλασματικών δηλώσεων, εικονικών οργανώσεων και ανύπαρκτων υπηρεσιών. Όχι από λάθος. Όχι από αμέλεια. Αλλά μέσα από ένα σύστημα που επέλεξε συνειδητά να μη βλέπει.
Κατά την περίοδο της πανδημίας, δεκάδες οργανώσεις δήλωναν ότι παρείχαν χιλιάδες γεύματα ημερησίως σε παιδιά. Όταν ξεκίνησαν οι έλεγχοι, αποκαλύφθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρχαν ούτε κουζίνες, ούτε προσωπικό, ούτε παιδιά. Δηλώνονταν περισσότερα γεύματα από όσα αντιστοιχούσαν στον συνολικό πληθυσμό ολόκληρων περιοχών. Κι όμως, τα χρήματα συνέχιζαν να καταβάλλονται.
Στο επίκεντρο πολλών από τις υποθέσεις βρίσκονται δίκτυα που συνδέονται με τη σομαλική κοινότητα της Μινεσότα. Αυτό δεν το λένε κάποιες «θεωρίες συνωμοσίας», αλλά οι ίδιες οι δικογραφίες. Κι όμως, κάθε αναφορά σε αυτό το γεγονός βαφτίζεται αυτομάτως «ρητορική μίσους», ώστε να μη συζητηθεί ποτέ η ουσία: ποιοι πήραν τα χρήματα, πώς τα πήραν και πού κατέληξαν.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι μεγάλα χρηματικά ποσά φέρονται να μεταφέρθηκαν εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, κυρίως προς τη Σομαλία, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Σε μια χώρα όπου δρουν ενεργά ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις, το ερώτημα δεν είναι ιδεολογικό αλλά στοιχειώδες: ποιος εγγυάται ότι αυτά τα χρήματα δεν κατέληξαν σε σκοτεινά δίκτυα; Κανείς όμως δεν επιτρέπεται να το ρωτήσει.
Αντί για απαντήσεις, η κοινή γνώμη βομβαρδίζεται με επικοινωνιακό θόρυβο. Τις τελευταίες ημέρες, τα ΜΜΕ επιδίδονται σε μια συντονισμένη επιχείρηση αποπροσανατολισμού. Όχι ρεπορτάζ για το σκάνδαλο, όχι έρευνες για τα δισεκατομμύρια, όχι πίεση στους πολιτικούς. Μόνο αφηγήματα περί «ραττσιμού» και «ακραίων φωνών». Δηλαδή, φίμωση.
Το πιο αποκαλυπτικό όμως δεν είναι η απάτη. Είναι η αντίδραση του συστήματος όταν κάποιοι τόλμησαν να την αγγίξουν.
Όταν κρατικοί υπάλληλοι επιχείρησαν να σταματήσουν τις πληρωμές, δέχθηκαν πολιτική πίεση. Όπως καταγράφεται, κατηγορήθηκαν για «ρατσισμό» και «ισλαμοφοβία». Το μήνυμα ήταν σαφές: καλύτερα να χαθούν τα λεφτά των φορολογουμένων, παρά να κατηγορηθεί το σύστημα ότι ελέγχει μειονότητες. Έτσι, η πολιτική ορθότητα μετατράπηκε σε όπλο συγκάλυψης.Κάπου εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι τα συστημικά ΜΜΕ.
Αντί να κάνουν αυτό που υποτίθεται ότι είναι ο ρόλος τους —έρευνα, αποκάλυψη, πίεση στην εξουσία— στήνουν ένα επικοινωνιακό τείχος. Κάθε συζήτηση για το σκάνδαλο μετατρέπεται τεχνητά σε «επίθεση κατά μειονοτήτων». Κάθε ερώτημα για το πού πήγαν τα χρήματα βαφτίζεται «ρητορική μίσους». Έτσι, η απάτη εξαφανίζεται και στη θέση της εμφανίζεται ένα ηθικό δράμα κατασκευασμένο στα τηλεοπτικά στούντιο.
Το σκάνδαλο της Μινεσότα δεν είναι μεταναστευτικό, ούτε φυλετικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος που φοβάται περισσότερο τη δημόσια κριτική από τη διαφθορά. Ενός συστήματος που προτιμά να λεηλατούνται τα δημόσια ταμεία, αρκεί να διατηρείται το ιδεολογικό αφήγημα.
Και όσο τα μέσα ενημέρωσης παριστάνουν τους τιμητές της «αλήθειας» αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα, τόσο επιβεβαιώνεται ότι δεν λειτουργούν πλέον ως ελεγκτές της εξουσίας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης. Γιατί όταν χάνονται δισεκατομμύρια και κανείς δεν επιτρέπεται να μιλήσει γι’ αυτά, τότε το πρόβλημα δεν είναι η παραπληροφόρηση — είναι η οργανωμένη σιωπή.
Το σκάνδαλο της Μινεσότα αποκαλύπτει μια επικίνδυνη αλήθεια: ότι σε ορισμένες δυτικές κοινωνίες η ιδεολογία έχει γίνει πιο ιερή από το δημόσιο χρήμα και η εικόνα πιο σημαντική από την αλήθεια. Δεν έχει σημασία αν χάνονται δισεκατομμύρια. Σημασία έχει να μη χαλάσει το αφήγημα.
Και γι’ αυτό σήμερα βλέπουμε ένα οργανωμένο θέατρο αντιρατσισμού. Ένα επικοινωνιακό πανηγύρι ευαισθησίας, που στόχο δεν έχει την προστασία ανθρώπων, αλλά την προστασία ενόχων.
Γιατί όταν τα ΜΜΕ ουρλιάζουν για “μίσος”, την ίδια στιγμή που κάνουν ότι δεν βλέπουν τη μεγαλύτερη οικονομική απάτη της δεκαετίας, τότε δεν υπηρετούν την κοινωνία. Υπηρετούν τη συγκάλυψη.
Και όσο πιο έντονα φωνάζουν, τόσο πιο καθαρό γίνεται ότι κάτι πολύ μεγάλο προσπαθούν να κρύψουν.

