«Ο πάγος έσπασε: η Γροιλανδία διεκδικεί ελευθερία»

5 Χρόνος ανάγνωσης

γράφει ο Δημήτριος Τσίκας
Διεθνολόγος – Συγγραφέας

Η Γροιλανδία δεν είναι απλώς ένα παγωμένο νησί στον μακρινό Βορρά. Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται σε έναν από τους πλέον κρίσιμους γεωπολιτικούς χώρους του πλανήτη, καθώς η τήξη των πάγων μετατρέπει την Αρκτική σε νέο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού. Πίσω όμως από τους χάρτες, τις στρατιωτικές βάσεις και τα μεγάλα συμφέροντα, υπάρχει ένας λαός με βαριά ιστορική μνήμη. Οι Ινουίτ της Γροιλανδίας κουβαλούν ακόμη τις συνέπειες δεκαετιών δανικής αποικιακής πολιτικής, γεγονός που εξηγεί γιατί το αίτημα της ανεξαρτησίας αποκτά όλο και μεγαλύτερη απήχηση.

Η σχέση της Γροιλανδίας με τη Δανία υπήρξε εξαρχής άνιση. Μέχρι το 1953 το νησί αποτελούσε επίσημα αποικία της Κοπεγχάγης, ενώ και μετά την τυπική ενσωμάτωσή του στο δανικό κράτος οι Ινουίτ δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως ισότιμοι πολίτες. Η δανική διοίκηση εφάρμοσε πολιτικές «εκσυγχρονισμού», οι οποίες στην πραγματικότητα στόχευαν στην αλλοίωση της κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του γηγενούς πληθυσμού. Οι παραδοσιακές κοινότητες διαλύθηκαν, οι τρόποι ζωής απαξιώθηκαν και οι αποφάσεις λαμβάνονταν πάντοτε στην Κοπεγχάγη, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των Γροιλανδών.

Από τις πιο σκοτεινές σελίδες αυτής της περιόδου υπήρξαν τα προγράμματα αναγκαστικών στειρώσεων. Από τη δεκαετία του 1960 έως και τις αρχές του 1970, χιλιάδες γυναίκες Ινουίτ υποβλήθηκαν στην τοποθέτηση σπειραμάτων, συχνά χωρίς επαρκή ενημέρωση ή πραγματική συναίνεση. Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: ο έλεγχος της γεννητικότητας και η δημογραφική «ρύθμιση» ενός λαού που θεωρούνταν κοινωνικό βάρος. Παράλληλα, εφαρμόστηκαν κοινωνικά πειράματα σε παιδιά, με πιο γνωστή την απομάκρυνση ανηλίκων από τις οικογένειές τους και τη μεταφορά τους στη Δανία, ώστε να ανατραφούν ως «πρότυποι Δανοί». Πολλά από αυτά τα παιδιά επέστρεψαν αποξενωμένα, χωρίς γλώσσα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς πραγματική θέση ούτε στη δανική ούτε στη γροιλανδική κοινωνία.

Παρότι η Δανία προβάλλει διεθνώς ως κράτος πρόνοιας, στην πράξη οι Ινουίτ βρέθηκαν για δεκαετίες στο περιθώριο του ίδιου αυτού συστήματος. Η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, τα υψηλά ποσοστά αλκοολισμού και αυτοκτονιών, καθώς και η οικονομική εξάρτηση από κρατικές επιδοτήσεις δημιούργησαν μια σχέση εξάρτησης και όχι ισοτιμίας. Το κοινωνικό κράτος λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός ελέγχου παρά ως εργαλείο χειραφέτησης, στερώντας από τη Γροιλανδία τη δυνατότητα ουσιαστικής οικονομικής αυτονόμησης.

Για ολοένα και περισσότερους Γροιλανδούς, η ανεξαρτησία δεν αποτελεί ιδεολογική πολυτέλεια αλλά ζήτημα αξιοπρέπειας. Η επιθυμία για έλεγχο των φυσικών πόρων, των σπάνιων γαιών, των μεταλλευμάτων και των ενεργειακών αποθεμάτων συνδέεται άμεσα με την ανάγκη απεξάρτησης από τη δανική κηδεμονία. Παρότι από το 2009 το νησί διαθέτει διευρυμένο καθεστώς αυτονομίας, η πραγματική εξουσία εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός Γροιλανδίας, ενώ η τελική απόφαση για την πλήρη ανεξαρτησία παραμένει ανοιχτό πολιτικό διακύβευμα.

Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική αξία της Γροιλανδίας αυξάνεται δραματικά. Το νησί βρίσκεται στον άξονα που ενώνει τη Βόρεια Αμερική με την Ευρώπη και αποτελεί κομβικό σημείο για τον έλεγχο της Αρκτικής. Η τήξη των πάγων ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς, μειώνοντας τις αποστάσεις μεταξύ ηπείρων και μετατρέποντας τον Βορρά σε νέο εμπορικό και στρατιωτικό διάδρομο. Παράλληλα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μέσω της βάσης Pituffik (πρώην Thule) καθιστά τη Γροιλανδία κρίσιμο κρίκο στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο «πατά» και η αμερικανική στρατηγική, την οποία εξέφρασε ανοιχτά ο Donald Trump όταν μίλησε για το ενδεχόμενο απόκτησης της Γροιλανδίας. Παρότι η δήλωση αντιμετωπίστηκε ως υπερβολή, στην πραγματικότητα αντανακλούσε έναν ψυχρό γεωπολιτικό υπολογισμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ότι η Κίνα επιδιώκει οικονομική διείσδυση στην Αρκτική και ότι η Ρωσία ενισχύει συστηματικά τη στρατιωτική της παρουσία στον Βορρά. Η Γροιλανδία, με τους πόρους και τη γεωγραφική της θέση, αποτελεί το κλειδί αυτού του ανταγωνισμού.

Η αμερικανική προσέγγιση επιχειρεί να παρουσιαστεί όχι ως νέα αποικιοκρατία, αλλά ως εναλλακτική προοπτική απέναντι στη δανική εξάρτηση. Υποσχέσεις επενδύσεων, ανάπτυξης και οικονομικής αυτονόμησης λειτουργούν ως δέλεαρ σε έναν λαό που έχει βαθιά τραυματική εμπειρία από την ευρωπαϊκή κηδεμονία. Για πολλούς Ινουίτ, η Ουάσινγκτον μοιάζει πλέον λιγότερο μακρινή από την Κοπεγχάγη.

Η Γροιλανδία μετατρέπεται έτσι σε έναν από τους βασικούς κόμβους της νέας παγκόσμιας σύγκρουσης ισχύος. Δεν πρόκειται μόνο για στρατηγικό έδαφος, αλλά για ένα σύγχρονο ζήτημα αποαποικιοποίησης, εθνικής αξιοπρέπειας και γεωπολιτικής αναμέτρησης. Καθώς η Αρκτική παύει να είναι παγωμένη και εισέρχεται δυναμικά στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, το μέλλον της Γροιλανδίας ίσως καθορίσει περισσότερα απ’ όσα δείχνει ένας απλός χάρτης.

Share This Article