γράφει ο Γιώργος Δημητρούλιας
πρώην δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας
Εκδότης «το Αντίδοτο»
«Δικαιοσύνη δε και σωφροσύνη και ανδρία, ως εξ έθους κτώμενα και ασκήσεως, και ως το του ανθρώπου κοσμούσαι ήθος, τον τρόπο δηλονότι, την διαγωγήν, την ανατροφήν ονομάσθηκαν ηθικαί […] Έθος γαρ φύσις Δευτέρακαι λέγεται και γινώσκεται. Διο δη και των τεχνών και των επιστημών αι αρεταί μονιμώτεραι».
«Περί αρετής και ασκήσεως», Νικηφόρος Βλεμμύδης
«Όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες».
«Πολιτική Θεολογία», Carl Schmitt
Στην τραγωδία των Τεμπών είχαμε 57 νεκρούς, οι 27 από αυτούς κάηκαν ζωντανοί και δεκάδες τραυματίες που δεν ξέρουμε αν τελικά ξεπέρασαν τα προβλήματα υγείας ή τα έχουν ακόμη! Στην δίκη 33 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το κακούργημα της διατάραξης των συγκοινωνιών που επισύρει ακόμη και ισόβια.
Στην Λάρισα δικάζεται η Ελληνική Μεταπολιτευτική πραγματικότητα!
Σε αυτούς τους κατηγορούμενους και στις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται πρέπει να προσθέσουμε τους πολιτικούς που βρέθηκαν το διάστημα αυτό σε κυβερνητικές θέσεις, αλλά και όλο το πολιτικό σύστημα διαχρονικά. Η τραγωδία δεν συνέβη τυχαία. Τυχαία έγινε η σύγκρουση την δεδομένη χρονική στιγμή και θα μπορούσε να γίνει πριν μερικές ημέρες ή μετά. Όλες οι καταστροφές και τα δράματα εκτυλίσσονταν σε όλη την διάρκεια της Μεταπολίτευσης με εμάς απλούς θεατές και πρωταγωνιστές όλους αυτούς που κυβερνούσαν. Με άλλα λόγια δικάζεται η κομματοκρατία!
Όπως σημειώνει ο δρ Νομικής κ. Ευτύχης Φυτράκης: «Την τραγική απώλεια 57 ψυχών στα Τέμπη ακολούθησε μια πολιτική διαχείριση γεμάτη μεθοδεύσεις, με κύριο σκοπό την απομείωση των γεγονότων και τη απόκρυψη των ευθυνών. Έτσι, όμως, ο συσσωρευμένος πόνος έγινε ένα ποτάμι οργής, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα αγανάκτησης. Η υπόθεση ήταν εξ αρχής μεγάλη, στη συνέχεια έγινε τεράστια. Η προκλητική αμνήστευση πολιτικών στελεχών και η χυδαία γλώσσα κυβερνητικών παραγόντων, έβγαλαν στον δρόμο χιλιάδες ανθρώπους, μ’ ένα αίτημα: Δικαιοσύνη! Η υπόθεση έγινε, πια, γιγάντια, σχεδόν μη διαχειρίσιμη». Και καταλήγει: «Συνοψίζοντας: Η δίκη των Τεμπών ξεκίνησε «στραβά» γιατί θεωρήθηκε ή επιδιώχθηκε να θεωρηθεί «μικρή». Αν αντιμετωπιστεί στις σωστές της διαστάσεις, δηλ. ως «μεγάλη», τότε ο τόπος, ο χώρος και η δημοσιότητα της διαδικασίας θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαφανή διεξαγωγή της. Τούτο είναι αναγκαίο για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη. Γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι, η δικαιοσύνη δεν φτάνει να απονέμεται, πρέπει – επίσης – να φαίνεται ότι όντως απονέμεται».
Ο κ. Αριστείδης Χατζής καθηγητής Φιλοσοφίας, Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών, γράφει: «Το κράτος δικαίου δεν μετριέται όταν δικάζονται υποθέσεις ρουτίνας. Μετριέται όταν η υπόθεση είναι φορτισμένη, όταν η κοινή γνώμη είναι εξαγριωμένη, όταν οι κατηγορούμενοι είναι πολλοί κι όταν η πολιτική εξουσία βρίσκεται υπό πίεση. Τότε ακριβώς πρέπει να εφαρμοστεί απαρεγκλίτως η αρχή της δίκαιης δίκης: ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, δημόσια διαδικασία, εύλογη διάρκεια, σεβασμός στα δικαιώματα των κατηγορουμένων».
«Όταν δεν έχεις διαρθρωτικούς μηχανισμούς στους θεσμούς, δηλαδή δεν έχεις μια δυνατότητα αξιολόγησης, αυτοαξιολόγησης, τιμωρίας, λειτουργίας της δικαιοσύνης, ώστε να αποδίδονται η αίσθηση του δικαίου, η αίσθηση του ορθού λόγου σε σχέση με τους κανόνες της κοινωνίας, τότε όλα είναι δυνατά και η δυσπιστία διαχέεται, ο θυμός διαχέεται και αυτοί που έτυχε να μην είναι ωφελούμενοι θυμώνουν ακόμη παραπάνω και θέλουν να αποδομήσουν ακόμη παραπάνω αυτή τη διαστροφική εξουσία» είπε στην εφημερίδα τα ΝΕΑ ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής κ. Στυλιανίδης και συμπληρώνει για την υπόθεση των Τεμπών: «συμπυκνώνει δεκαετίες τέτοιας φαύλης, διαστροφικής λειτουργίας». Πρόσθεσε πως «για μένα είναι ένα συμβολικό ορόσημο, όπου συμπυκνώνεται όλη η παθολογία των ελληνικών θεσμών, των θεσμών της καχεκτικής ελληνικής δημοκρατίας και συμπυκνώνει τη συλλογική και την ατομική ψυχοπαθολογία των κρατούντων. Όταν κανείς δίνει την εντύπωση απέναντι από αυτό το τρομακτικό δυστύχημα ότι καθυστερεί η απόδοση της δικαιοσύνης ή ότι κρύβονται στοιχεία, αυτό ενισχύει τον θυμό, ενισχύει την παράνοια και ενισχύει τις θεωρίες συνωμοσίας. Άρα έχουμε τον τέλειο φαύλο κύκλο για να μη λειτουργεί σωστά η δημοκρατία, άρα να μην επουλώνεται επαρκώς το τραύμα».
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι σε δύο έρευνες της MRB που διεξήχθησαν αμέσως μετά το δυστύχημα των Τεμπών τον Μάρτιο 2023 και η δεύτερη έπειτα από τα περυσινά συλλαλητήρια για το ίδιο θέμα όλοι οι θεσμοί που αναφέρονται σε αυτό (πρωθυπουργός, κυβέρνηση, Ανεξάρτητες Αρχές, δικαιοσύνη, κοινοβούλιο, πολιτικά κόμματα) είναι πτωτικοί στον βαθμό εμπιστοσύνης.
Παρόλα αυτά το καθεστώς αντιστέκεται με όλες του τις δυνάμεις σε αυτό το κίνημα με κεντρικό πρόσωπο την Μαρία Καρυστιανού που γιγαντώνεται μέρα με την μέρα και πρόσφατα η εβδομαδιαία εφημερίδα το ΒΗΜΑ γράφει: «Η περίπτωσή της φαντάζει ξεχωριστή. Ωστόσο όσοι έχουν ψάξει την εξελισσόμενη πρωτοβουλία της και τον κύκλο που τη συνοδεύει δεν κρύβουν ότι πρόκειται για εμφανώς μονοθεματικό σχήμα της μεταπολιτικής, που θα στηθεί στον άξονα του αιτήματος για δικαιοσύνη και διαφάνεια, με χαρακτηριστικό σύνθημα «Εσείς με την Μαφία και εμείς με την Μαρία». Ο ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος σε συνέντευξη στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στην ερώτηση για την δυσπιστία των πολιτών στους θεσμούς όπως αυτή εκφράζεται από το κίνημα των Τεμπών δήλωσε: «Θα είμαι κατηγορηματικός: σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποτελεί πρόοδο. Οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα/κόμμα είναι εστιασμένο σε μια μόνο ιδέα δεν συμβάλλει ούτε στην ανάπτυξη των θεσμών, ούτε στην ποιότητα της δημοκρατίας». Είναι όμως η δικαιοσύνη «μονοθεματικό αίτημα» ή «μια μόνο ιδέα» ενός πολιτικού κινήματος;
Ένα δίδαγμα από την Ελληνική Ιστορία
Το κράτος της Νίκαιας (1204-1461) αποτέλεσε το ισχυρότερο από τα ελληνικά κρατίδια που προέκυψαν μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και ουσιαστικά κατέστη ο πολιτικός κληρονόμος της βυζαντινής πολιτικής ιδεολογίας, με απώτερο σκοπό την ανακατάληψή και ανασύσταση της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Ο στόχος αυτός επετεύχθη το 1261 με την ανακατάληψη της λατινοκρατούμενης Κωνσταντινούπολης από την Παλαιολόγεια Δυναστεία. Αυτή είναι και η αφετηρία της Μεγάλης Ιδέας, όπως έχει γράψει η Αρβελέρ και δεν την ανακάλυψε ο Κωλέττης μετά από αρκετούς αιώνες. Σε αυτό το ιστορικό, πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον ο Νικηφόρος Βλεμμύδης αποφασίζει να γράψει, μετά τον θάνατο του τότε αυτοκράτορα της Νικαίας, Ιωάννη Δούκα Βατάτζη, και την επικείμενη ανάρρηση στον θρόνο του γιου του και μαθητή του Βλεμμύδη, Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, τον Βασιλικό Ανδριάντα. Πρόκειται εκ πρώτης όψεως για γνωμολογικό κείμενο, το οποίο δεν βασίζεται σε προηγούμενα πρότυπα, ενώ αντλεί τις ιδέες του τόσο από τον αγιογραφικό λόγο, όσο και από την κλασσική ελληνική σκέψη.
Ο Βλεμμύδης υπήρξε κάτοχος επισήμου εκπαιδευτικού αξιώματος στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, αυτού της έδρας του καθηγητή φιλοσοφίας, διαμορφώνει επί της ουσίας ως ένα βαθμό από την επίσημη θέση που κατέχει τα πνευματικά πράγματα της αυτοκρατορίας. Στο έργο του το οποίο αναπαράγει και απηχεί πιστά το πνεύμα των βυζαντινών γραμμάτων, διαφυλάσσει και διδάσκει στις γενικές τους γραμμές την συνολική παράδοση της λογιοσύνης του Βυζαντίου και αναγνωρίζεται από τους συγχρόνους του ως το οξυδερκέστερο πνεύμα της εποχής του, κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ.
Για τον κορυφαίο συνταγματολόγο Καρλ Σμίτ, θεολογικές έννοιες , όπως Θεός και θαύμα, μεταγγίζονται στο πεδίο της πολιτικής και αντικαθίστανται από αυτές του νομοθέτη και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης αντίστοιχα. Στην θεωρία του Βλεμμύδη η χριστιανική θεολογία συνδιαμορφώνει με τον κλασσικό πολιτικό στοχασμό το υπόβαθρο της Βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδεολογίας. Έτσι διαμορφώνεται μια εθνική θεολογία η οποία θεματοποιείται σε θεμελιώδη κείμενα της βυζαντινής γραμματείας, την πολιτική διάσταση των οποίων αναδεικνύει εύστοχα ο Γεώργιος Παχυμέρης: «Μετά την ουρανίαν ιεραρχίαν διαλαμβάνει και περί της καθ’ ημάς ιεραρχίας, ην ουκ είπε γηίνην, ει γαρ και εν γη πολιτεύεται, αλλ’ ο σκοπός και το τέλος αυτής ουράνιος εστιν, εις μίμησιν του Θεού άγουσα τον άνθρωπο, καθώς εκείνη τας θείας και ουρανίους δυνάμεις». Κατά αυτόν τον τρόπο ο βυζαντινός ηγεμόνας γίνεται Χριστομιμητής. Το χριστολογικό δόγμα καθορίζει στο Βυζάντιο τα όρια της άσκησης της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ο ηγεμόνας μπορεί και οφείλει να γίνει σαν τον Χριστό, δεν υπήρξε, ωστόσο ποτέ ο ίδιος Θεός.
Η διασύνδεση της κλασσικής και βυζαντινής πολιτικής θεωρίας γίνεται πιο έντονη στο έργο του Βλεμμύδη κυρίως στο πεδίο της ηθικής. Αυτός αφιερώνει σχεδόν τις μισές παραγράφους στο κείμενό του στον μελλοντικό βασιλιά της Νίκαιας για να παρουσιάσει το πρότυπο της ηθικής του πραγματικού ηγεμόνα. Αντλεί το μεγαλύτερο μέρος της ηθικής του διδασκαλίας από την πλατωνική και κυρίως την αριστοτελική σκέψη, συγκροτώντας από κοινού με τις χριστιανικές αρχές ηθικής διδασκαλίας τον οδηγό του ενάρετου βίου σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να πορεύεται και να διοικεί ο ιδανικός άρχων. Για τον Βλεμμύδη οι αρετές ονομάζονται ηθικές γιατί αποκτώνται εξ έθους και άσκησης με σκοπό να κοσμήσουν το ήθος, την προσωπικότητα του ανθρώπου. Γι’ αυτόν τον λόγο οι ηθικές αρετές θεωρούνται μονιμότερες των τεχνών και των επιστημών. Βλέπει τέσσερες αρετές: την φρόνηση, την ανδρεία, την σωφροσύνη και την δικαιοσύνη, οι οποίες συνδέονται όλες μαζί με την διανοητική αρετή της σοφίας.
Στο συμβουλευτικό κείμενό του ο βυζαντινός δάσκαλος τοποθετεί την δραστηριότητα του ιδανικού ηγεμόνα στο πλαίσιο της δικαιοσύνης, διότι μόνο έτσι θα μπορέσει να επιτελέσει το καθήκον του που ταυτίζεται με την συντήρηση της ολότητας (κατά τον Πλάτωνα). Γι’ αυτόν τον λόγο οφείλει να διασφαλίσει την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης στην επικράτειά του για να κυβερνά με όρους πολιτικού ρεαλισμού και όχι δεσποτικής αυθαιρεσίας και ασυδοσίας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο εντάσσεται και ο κοινωνικός χαρακτήρας του Βυζαντινού κράτους σε ότι έχει να κάνει με την προστασία προς τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα και με την άσκηση φορολογικής πολιτικής που έρχεται σε προστριβή, αυτός ο κοσμικός, λαϊκός και προνοιακός χαρακτήρας της βυζαντινής διοίκησης με τους μεγαλογαιοκτήμονες και αριστοκράτες. Μια πατερική παράδοση, βαθιά επηρεασμένη από την παύλεια διδασκαλία περί νόμου και δικαίου, η οποία προσάρμοσε το στωϊκό δόγμα στην χριστιανική διδασκαλία.

