του Γεωργίου Παπάζογλου
Με μια απόφαση που προκαλεί, το λιγότερο έντονες αντιδράσεις, η υπόθεση των υποκλοπών δεν ανασύρεται από το αρχείο, μετά την απόφαση του Άρειου Πάγου κλείνοντας ουσιαστικά την πόρτα σε περαιτέρω ποινική διερεύνηση.
Σύμφωνα με την κρίση της ανώτατης εισαγγελικής αρχής, τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δίκη των εμπλεκομένων δεν κρίθηκαν επαρκή ώστε να θεωρηθούν «νέα» και να δικαιολογήσουν την επανεκκίνηση της έρευνας. Έτσι, παρά τα όσα είχαν αναδειχθεί στο ακροατήριο, η υπόθεση τίθεται εκ νέου στο αρχείο, τουλάχιστον ως προς την αναζήτηση νέων ευθυνών.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν περνά απαρατήρητη και ήδη προκαλεί εύλογα ερωτήματα και έντονο προβληματισμό. Κατά τη διάρκεια της δίκης είχαν τεθεί σαφή ζητήματα για πιθανή εμπλοκή και άλλων προσώπων, αλλά και για βαρύτερα αδικήματα, όπως αυτό της κατασκοπείας, τα οποία –τουλάχιστον σε επίπεδο ενδείξεων– φάνηκε να χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Με τη σημερινή εξέλιξη, παγιώνεται η αντίληψη ότι όχι μόνο δεν υπάρχει πολιτική βούληση για να αποκαλυφθεί η πλήρης αλήθεια αλλά και ότι η Δικαιοσύνη κινδυνεύει να εμφανιστεί όχι ως θεματοφύλακας της διαφάνειας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης.
Αλήθεια, πώς μπορεί να εξηγηθεί πως από τη μία η δικογραφία επέστρεψε στον Άρειο Πάγο για τη διερεύνηση τέλεσης αδικημάτων, ανάμεσά τους και αυτό της κατασκοπείας, και από την άλλη το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο να ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανάσυρση της υπόθεσης;
Η αντίφαση αυτή εντείνει τις σκιές γύρω από τη διαχείριση μιας υπόθεσης που απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη και άγγιξε τον πυρήνα των θεσμών. Η επιλογή να μην ανοίξει εκ νέου ο φάκελος, παρά τα όσα είχαν τεθεί υπόψη της Δικαιοσύνης, αφήνει αναπάντητα ερωτήματα για το εύρος και τα όρια της διερεύνησης.
Την ίδια στιγμή, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να ενισχύσει την αίσθηση ατιμωρησίας, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Διότι όταν υποθέσεις τέτοιας βαρύτητας κλείνουν χωρίς να εξαντλείται κάθε δυνατότητα διερεύνησης, το πλήγμα δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά συνολικά τη λειτουργία του κράτους δικαίου.

