Την ώρα που η κυβέρνηση και οι δημοσιογραφικές της ορντινάτσες επιχειρούν να παρουσιάσει μια εικόνα δήθεν εκσυγχρονισμένης, «ευρωπαϊκής» και «σύγχρονης» αγοράς εργασίας, τα ίδια τα στοιχεία της Επιθεώρησης Εργασίας αποκαλύπτουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: οι χώροι δουλειάς παραμένουν πεδία πίεσης, φόβου και καθημερινών κακοποιητικών συμπεριφορών.
Το 2025 καταγράφηκαν 455 καταγγελίες για βία και παρενόχληση, αυξημένες κατά 43% σε σχέση με το προηγούμενο έτος! Ένα νούμερο που δεν μπορεί να «μακιγιαριστεί» επικοινωνιακά, μπορεί όμως εύκολα να εξαφανιστεί από τα συστημικά και «πετσωμένα» ΜΜΕ, όπερ και εγένετο… Γιατί, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως ένδειξη «ενδυνάμωσης» των εργαζομένων, στην πραγματικότητα αντανακλά μια βαθιά παθογένεια: η εργασία στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι, για την πλειοψηφία των εργαζομένων, ένα περιβάλλον ανασφάλειας και εξουσιαστικής αυθαιρεσίας της εργοδοσίας.
Η ψυχολογική βία δεν είναι η εξαίρεση είναι ο κανόνας
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αύξηση των καταγγελιών, αλλά το είδος τους. Το 79% αφορά ψυχολογική και λεκτική βία. Όχι «ακραία περιστατικά», αλλά καθημερινές συμπεριφορές: προσβολές, υποτίμηση, εκφοβισμός, πίεση για απόδοση πέρα από τα όρια, με αποτέλεσα την ψυχική, σωματική και πνευματική καταρράκωση των εργαζομένων.
Αυτή είναι η νέα «κανονικότητα» που έχει εμπεδωθεί στην αγορά εργασίας, επι των ημερών του «επιτελικού κράτους». Και είναι μια κανονικότητα που δεν προέκυψε τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που τα τελευταία χρόνια αποδυνάμωσαν τις συλλογικές διεκδικήσεις, ενίσχυσαν την εργοδοτική αυθαιρεσία και μετέτρεψαν τον εργαζόμενο σε αναλώσιμο προϊόν.
Η ιεραρχία ως εργαλείο καταπίεσης και όχι παραγωγής
Το γεγονός ότι το 73% των περιστατικών αφορά σχέσεις ιεραρχικής εξάρτησης δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η εξουσία στον χώρο εργασίας λειτουργεί συχνά ανεξέλεγκτα. Προϊστάμενοι και εργοδότες εκμεταλλεύονται τη θέση τους, γνωρίζοντας ότι η επισφάλεια και ο φόβος της ανεργίας λειτουργούν αποτρεπτικά για τις αντιδράσεις.
Νέοι εργαζόμενοι: λιγότερη ανοχή, περισσότερη οργή
Η αύξηση των καταγγελιών από άτομα 25–34 ετών δεν είναι απλώς στατιστική λεπτομέρεια, αλλά κοινωνικό μήνυμα. Οι νεότεροι εργαζόμενοι, και αυτο είναι το μόνο αισιόδοξο, δείχνουν ότι δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν όσα οι προηγούμενες γενιές αναγκάστηκαν να ανεχτούν, λόγω της λαίλαπας των μνημονίων. Και αυτή η κατάσταση είναι φυσική συνέπεια από την πίεση της καθημερινότητας, τα αγοραστικά αδιέξοδα, την ανασφάλεια και την εξάντληση.
«Επιτυχία» ή διαχείριση της αποτυχίας;
Η κυβέρνηση των «Αρίστων» και οι αρμόδιοι φορείς σπεύδουν να επισημάνουν ότι πάνω από το 40% των υποθέσεων οδηγείται σε επίλυση. Αλλά, αλήθεια, τι σημαίνει πραγματικά αυτό;
Επί της ουσίας δηλαδή ομολογούν οι ίδιοι την αποτυχία τους:
ένα μεγάλο ποσοστό υποθέσεων δεν επιλύεται,
πολλές «λύσεις» επιτυγχάνονται μέσω συμβιβασμών πριν την επίσημη διαδικασία,
και κυρίως, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται αφού έχει ήδη συμβεί.
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά παραβατικότητας εμφανίζονται σε κλάδους όπως η υγεία, οι υπηρεσίες, η αισθητική και τα επαγγέλματα γραφείου. Χώροι δηλαδή όπου η εντατικοποίηση της εργασίας και η πίεση για απόδοση είναι ήδη στο κόκκινο.
Και όμως, αντί για ουσιαστικούς ελέγχους και ενίσχυση της προστασίας, βλέπουμε αποσπασματικές δράσεις και επικοινωνιακές φανφάρες
Η μεγάλη εικόνα που δεν λέγεται
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι απλό: η αύξηση των καταγγελιών της εργοδοτικής αυθαιρεσίας δηλώνει ξεκάθαρα την πλήρη αποτυχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού μοντέλου εργασίας που επιβραβεύει την εργοδοτική πίεση, ανέχεται (αν δεν την προτρέπει) την αυθαιρεσία, και αφήνει τον εργαζόμενο μόνο απέναντι σε μηχανισμούς εξουσίας.
Όσο η συγκεκριμένη πολιτική συνεχίζεται τα νούμερα θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν. Και πίσω από αυτά, θα συνεχίσουν να υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν στη δουλειά τους όχι με ασφάλεια, αλλά με φόβο. Αλλά οι σημερινοί φοβισμένοι δεν θα είναι για πάντα φοβισμένοι.

