Η προ ημερών δικαστική απόφαση για το δυσώδες σκάνδαλο των υποκλοπών υπήρξε κόλαφος για το πολιτικό-οικονομικό κατεστημένο: Τέσσερις ιδιώτες – δύο Έλληνες και δύο Ισραηλινοί – κρίθηκαν ένοχοι για παράνομη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και συνομιλίες με χρήση του λογισμικού Predator, και καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Σε μια ευνομούμενη πολιτεία θα ήταν ένα ευχάριστο νέο και μια απόδειξη ότι οι θεσμοί λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας προστατεύοντας την από την παρανομία και το παρακράτος. Όχι όμως στην Νεολλάδα 2.0. Και τούτο διότι παρά την ρητορική περί «ιστορικής απόφασης», είναι ηλίου φαεινότερον πως υποκρύπτεται μια πολιτική τραγωδία, ή κωμωδία, ανάλογα με το πώς θέλει κανείς να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.
Η Δικαιοσύνη έκανε αυτό που πρέπει να κάνει – καταδίκασε αυτούς που έπιασαν στα χέρια τους το κακόβουλο λογισμικό και το χρησιμοποίησαν. Όμως η ουσία του σκανδάλου παραμένει ανέγγιχτη: οι ηθικοί, πολιτικοί και – το κυριότερο – πραγματικοί εντολείς και υπεύθυνοι δεν έχουν λογοδοτήσει.
Δεν είναι καθόλου μικρό το γεγονός ότι το ίδιο το λογισμικό Predator, που εισήχθη και έγινε εργαλείο παρακολούθησης πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, προέρχεται από μια γνωστή στο χώρο της κατασκοπικής τεχνολογίας εταιρεία – και μάλιστα από πρώην αξιωματικό ξένης υπηρεσίας που υπηρέτησε τη χώρα του με μεγαλύτερη αφοσίωση από ό,τι εκείνοι που όφειλαν να προστατεύουν την ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών.
Και ενώ υπάρχουν τέσσερις καταδικασθέντες του σκανδάλου κανείς πολιτικός δεν φαίνεται να πληρώνει το τίμημα. Ο πρωθυπουργός της χώρας, συνεχίζει ναι είναι προκλητικά άφωνος παρά την ιστορική αυτή απόφαση αποφεύγοντας να απαντήσει, στο πλέον προφανές ερώτημα: πώς και γιατί το λογισμικό Predator χρησιμοποιήθηκε εντός του κρατικού μηχανισμού. Την ίδια ένοχη σιωπή κρατούν και οι θλιβερές πολιτικές και δημοσιογραφικές ορντινάτσες της κυβέρνησης.
Το αφήγημα του «δεν ήξερα, δεν άκουσα» έχει πλέον γίνει μια κουρασμένη επωδός, γεμάτη με ψέματα που δεν μπορούν πια να κρύψουν την πραγματικότητα: η ελληνική κοινωνία παρακολουθήθηκε, τα θεσμικά όργανα της δημοκρατίας γελοιοποιήθηκαν και το κράτος δικαίου απλώς εξαφανίστηκε.
Οι ίδιοι που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να εξηγήσουν, να λογοδοτήσουν και να απολογηθούν, σήμερα μιλούν για «συζήτηση στη Βουλή» με μια βαρετή, ψυχρή και άχρωμη ρητορική περί κράτους δικαίου – σαν να πρόκειται για ένα φαινομενικό φιάσκο και όχι για μια βαθιά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και του ίδιου του Συντάγματος.
Και όσο η σιωπή των υπευθύνων παραμένει εκκωφαντική, τόσο αυξάνεται η πεποίθηση ότι στην Ελλάδα η αστική εξουσία μπορεί να κατασκοπεύει, να παραβιάζει, να παραλύει θεσμούς – αλλά στο τέλος οι μόνοι που έστω και κατ’ επίφαση πληρώνουν είναι οι «ατσίδες» που κράτησαν το πληκτρολόγιο. Κάτι δηλαδή σαν «αυτοφωράκηδες».

