Την άνοιξη του 1997, καταρρέει στην Αλβανία το παρατραπεζικό σύστημα γνωστό και ως «πυραμίδες».
Κάποιες εταιρείες εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια του κόσμου, την φτώχεια και κυρίως τον πόθο να ξεφύγουν από τη φτώχεια σε μια χώρα που μόλις πριν λίγα χρόνια κυριαρχούσε η ανέχεια και η εξαθλίωση. Η διάψευση των προσδοκιών τους, και κυρίως η εξαφάνιση κόπων και περιουσιών, οδήγησε σε κανονική εξέγερση. Κατ΄ αρχήν ας δούμε τον καμβά της εποχής, εντός του οποίου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Αλβανία έγιναν εκλογές το 1992 τις οποίες κέρδισε το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα. Λίγο αργότερα η Αλβανία υιοθέτησε την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, η οποία αντικατέστησε την σταλινικού τύπου οικονομία που είχε επιβάλει στη χώρα το καθεστώς Χότζα.
Ωστόσο στο αλβανικό χρηματοοικονομικό σύστημα κυριάρχησε το «σχήμα Πόντσι», ενθαρρυμένο μάλιστα από κυβερνητικούς αξιωματούχους που ενέκριναν μια σειρά από επενδυτικά κεφάλαια πυραμίδας.
Το «σχήμα Πόντσι» (Ponzi Scheme) είναι η χρηματική απάτη η οποία στηρίζεται σε πυραμίδα επενδυτών, ένα παράνομο επενδυτικό σχήμα, που περιλαμβάνει την πληρωμή επενδυτών από τα χρήματα μεταγενέστερων επενδυτών.
Σύμφωνα με τη Wikipedia πρόκειται για την επισημότερη ονομασία της πυραμίδας και φέρει το όνομα του Ιταλού απατεώνα Charles Ponzi (1882-1949), που θεωρείται ότι είναι ο πρώτος που έκανε μια τέτοια χρηματική απάτη και μάλιστα στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1910.
Πολλά από τα αρχικά κεφάλαια αυτά, προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες (εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, τράφικινγκ κλπ.). Η πρώτη πυραμίδα δημιουργήθηκε στην Αλβανία το 1991 από τον Hajdin Sejdise, ο οποίος αφού ξεκίνησε να κατασκευάζει ένα ξενοδοχείο, στη συνέχεια όμως έφυγε για την Ελβετία με αρκετά εκατομμύρια δολάρια. Αργότερα στην περιοχή φτιάχτηκε πάρκο, τελικά όμως έγινε κέντρο πορνείας. Κάποιοι από τους επενδυτές πήραν τα χρήματά τους, κάποιοι όχι. Μεγάλο μέρος από αυτά βρίσκεται σε τράπεζες ξένων χωρών…
Παρά το πάθημα αυτό σύντομα πυραμιδικά σχήματα άρχισαν να εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο στην Αλβανία. Για να καταλάβουμε για τι μιλάμε να πούμε ότι το 1996 υπήρχαν περίπου 25 τέτοιες εταιρείες, και είχαν επενδυθεί από τα 2/3 του αλβανικού πληθυσμού, περίπου 1,5 δις δολάρια. Λέγεται ότι είχαν «επενδύσει» σε αυτές τις εταιρείες τα..2/3 του πληθυσμού και έπαιρναν μηνιαία επιτόκια από 10%-25%, όταν ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Αλβανία ήταν περίπου 80 δολάρια.
Όπως έγινε λίγα χρόνια αργότερα και στην Ελλάδα, πολλοί έφτασαν στο σημείο να πουλήσουν τα σπίτια τους για να επενδύσουν χρήματα στις πυραμίδες, ενώ χιλιάδες μετανάστες σε Ελλάδα και Ιταλία που είχαν εξοικονομήσει κάποια χρήματα έβαλαν κι αυτοί τους κόπους τους στα «επενδυτικά σχήματα».
Στα μέσα Ιανουαρίου 1997 άρχισε η φημολογία περί εξαφάνισης των μεγαλοστελεχών των «πυραμίδων».
Επικρατεί πανικός, και κυβέρνηση παγώνει τις εταιρείες Xhaferri και Populli. Μια άλλη εταιρεία, η Gjallika είχε σχεδόν χρεοκοπήσει σύμφωνα με το vradini.gr.
Η πρώτη διαμαρτυρία έγινε στον Νότο της Αλβανίας στις 16 Ιανουαρίου 1997. Στις 19 Ιανουαρίου στα Τίρανα οι διαδηλωτές διαμαρτυρήθηκαν στα γραφεία της πυραμιδικής εταιρείας Sudja. Στις 24 Ιανουαρίου ξεκίνησε η εξέγερση. Χιλιάδες άνθρωποι στη Λούζνια πολιόρκησαν το δημαρχείο της πόλης, το οποίο και έκαψαν, όπως κι ένα γειτονικό κινηματογράφο, ενώ προπηλάκισαν τον αντιπρόεδρό της κυβέρνησης και υπουργό Εξωτερικών Τριτάν Σέχου, που είχε μεταβεί στην περιοχή για να διαβεβαιώσει τους καταθέτες ότι θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Στο τέλος γλίτωσε το λιντσάρισμα από καθαρή τύχη και την επέμβαση ενόπλων σωματοφυλάκων του.
Μέχρι το πρωί κάθε κυβερνητικό κτίριο στην πόλη λεηλατήθηκε και καταστράφηκε εκτός από το κτίριο του Υπουργείου Εσωτερικών.
Στις 26 και 27 Ιανουαρίου 1997 ξέσπασε βία και σε άλλες πόλεις, όπως η Αυλώνα. Στις 30 Ιανουαρίου, ιδρύθηκε το φόρουμ για τη Δημοκρατία, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που ανέλαβε να ηγηθεί των διαδηλώσεων.
Η κρατική μηχανή είχε παραλύσει από τις πολύ μεγάλες αντιδράσεις κατά της κυβέρνησης. Αποθήκες του αλβανικού στρατού παραβιάστηκαν από το πλήθος και όπλα βρέθηκαν στα χέρια ανεξέλεγκτων ομάδων. Τότε, ένα στέλεχος της Ελληνικής Μυστικής Υπηρεσίας που υπηρετούσε στην περιοχή, είχε ενημερώσει τους προϊστάμενους του ότι όλη η ιστορία δεν αφορά τις πυραμίδες, αλλά ένα βαθύτερο σχέδιο της Μαφίας να λεηλατηθούν οι αποθήκες όπλων. Οι εδώ επικεφαλής της ΕΜΠ χλεύασαν τον υφιστάμενο τους, ο οποίος επέμενε ότι «όλα έγιναν για τα όπλα». Κανείς δεν θα το μάθει ποτέ, αλλά είναι γεγονός ότι τότε κλάπηκαν 700 χιλιάδες Καλάσνικωφ, και λέγεται ότι εξοπλίστηκε ο υπόκοσμος σε όλο τον πλανήτη.
Μια κατάσταση άκρως επικίνδυνη
Στις αρχές Μαρτίου του 1997, η κατάσταση ήταν άκρως επικίνδυνη για κάθε ξένο που διέμενε στην Αλβανία. Πρεσβείες άρχισαν να κλείνουν, εκτός από την ελληνική και ορισμένες ακόμη.
Με μια επιχείρηση αερομεταφοράς, διάρκειας τριών ημερών, οι Αμερικανοί πεζοναύτες μερίμνησαν για την απομάκρυνση του συνόλου των Αμερικανών και ενός μεγάλου αριθμού Ευρωπαίων διπλωματών στρατιωτικών και επιχειρηματιών που βρίσκονταν τότε στα Τίρανα Το ίδιο έκαναν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί.
Στις 14 Μαρτίου απομακρύνθηκαν με τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού 52 Έλληνες και μεταξύ αυτών και μεγάλο μέρος του προσωπικού της Ελληνικής Πρεσβείας όπως επίσης πέντε Βέλγοι καθώς και ολιγάριθμοι Ιορδανοί και Παλαιστίνιοι.
Η επιδείνωση της κατάστασης οδήγησε στη συγκέντρωση εκατοντάδων πολιτών σε καθημερινή βάση έξω από την ελληνική πρεσβεία που παρέμεινε ανοιχτή. Όλοι ζητούσαν βοήθεια για να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Οι αιτήσεις αυτές απευθύνονταν και προς το Υπουργείο Εξωτερικών, ιδιαίτερα από κράτη των οποίων η απόσταση δεν επέτρεπε την οργάνωση της διαφυγής των υπηκόων τους.
Το ΥΠΕΞ ζήτησε τη συνδρομή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το οποίο μεταβίβασε στο ΓΕΕΘΑ την ευθύνη της όλης σχεδίασης και εκτέλεσης της επιχείρησης.
Την νύχτα της 14ης Μαρτίου 1997, συναντώνται στην ελληνική πρεσβεία ο Έλληνας Ακόλουθος Άμυνας Τιράνων με τον ομόλογό του της Κίνας, τον Πρέσβη και τον Α΄ Γραμματέα της Αιγυπτιακής Πρεσβείας, τον επιτετραμμένο της Πρεσβείας του Ιράν και τον Πρέσβη της Παλαιστίνης.
Ο πρέσβης Πρεβεδουράκης δεν αναμείχθηκε καθόλου στον σχεδιασμό, και απλά ενημέρωνε το Υπ.Εξ. για τις εξελίξεις, ενώ είχε αναλάβει τις συνεννοήσεις με τους ξένους συναδέλφους του, καθώς και με στελέχη των ξένων Υπ.Εξ.
Μετά από αλλεπάλληλες συσκέψεις τω παραπάνω, οριστικοποιήθηκε ο χρόνος και ο συνολικός αριθμός των ξένων υπηκόων οι οποίοι θα μεταφέρονταν από τα Τίρανα στο Δυρράχιο για επιβίβαση στα Ελληνικά πλοία.
Επρόκειτο για 171 Κινέζους, 40 Αιγυπτίους, 10 Ιρανούς και 20 Ιορδανούς και Παλαιστινίους υπηκόους. Για την μεταφορά, χρειάστηκε να πληρωθούν αδρά αλβανοί οπλοφόροι, οι οποίοι προστάτευσαν το κομβόϊ.
Ο τότε αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού ναύαρχος Ι.Στάγκας, έδωσε εντολή να διατεθούν για την εν λόγω αποστολή η Φ/Γ ΑΙΓΑΙΟΝ, η ΤΠΚ ΚΑΒΑΛΟΥΔΗΣ, το Ν/Α ΚΛΕΙΩ, η Τ/Α ΛΑΙΛΑΨ και διμοιρία ανδρών της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών.
Ο εξαίρετος αξιωματικός του ΠΝ, πλοίαρχος Γ.Ροίδης,ανέλαβε την προετοιμασία της επιχείρησης στην Αλβανία, και ο τότε πλοίαρχος Κωνσταντίνος Καρλής (ένας εξαίρετος επιχειρησιακά αξιωματικός όπως λένε συμμαθητές του αλλά ιδιόρρυθμος) ανέλαβε την εκτέλεση της, ως επικεφαλής διοικητής της νηοπομπής.
Μετά από συντονισμένες προσπάθειες τόσο οι ξένοι υπήκοοι όσο και τα πλοία του Π.Ν. έφθασαν ταυτόχρονα στο λιμάνι του Δυρραχίου. Στο λιμάνι και πέριξ αυτού, βρίσκονταν χιλιάδες αλβανοί μαινόμενοι εναντίον όλων. Η επιχείρηση κινδύνευε να τιναχθεί στον αέρα. Η ελληνική δύναμη, δεν ήθελε να εξαπολύσει πυρά κατά των διαμαρτυρομένων, και απέφυγε οποιαδήποτε ενέργεια μπορούσε να παρερμηνευθεί από τον κόσμο.
Στον προβλήτα απ’ ότι θα επιβιβάζονταν ο κόσμος, είχαν μεταβεί και τον είχαν αποκλείσει μερικές δεκάδες ΟΥΚαδες για κάθε ενδεχόμενο.
Τότε εκπονήθηκε ένα σχέδιο στα γρήγορα, δείχνοντας τα γρήγορα αντανακλαστικά των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού.
Η τορπιλάκατος ΛΑΙΛΑΨ εκτέλεσε παραπλανητικές κινήσεις πλησίον του δεξιού προβλήτα του λιμένα ενώ η πυραυλάκατος ΚΑΒΑΛΟΥΔΗΣ ταυτόχρονα προσέγγισε στον αριστερό προβλήτα, ο οποίος είχε αποκλειστεί από τη διμοιρία Ελλήνων βατραχανθρώπων με αποτέλεσμα ο όχλος των χιλιάδων Αλβανών να παραμείνει μακριά και να επιβιβαστούν ασφαλώς οι ξένοι υπήκοοι.
Μετά την επιβίβαση και της ομάδας της ΜΥΚ, η πυραυλάκατος και ο τορπιλάκατος απομακρύνθηκαν και οι ξένοι υπήκοοι επιβιβάστηκαν στη φρεγάτα ΑΙΓΑΙΟΝ. Ακολούθως, όλα τα πλοία απομακρύνθηκαν και κατέπλευσαν στο λιμάνι της Κέρκυρας το βράδυ της ίδιας μέρας, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Κι όλα αυτά χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά…
Η όλη επιχείρηση μεταφοράς από τα Τίρανα και η επιβίβαση στα πλοία του Π.Ν. ήταν άκρως επικίνδυνη, καθότι πραγματοποιήθηκε σε ένα ιδιαίτερα ταραχώδες περιβάλλον και μέσω μιας χαώδους κατάστασης, όπου η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία αξία. Τεράστια ήταν η συμβολή των πλοίων του Π.Ν., τα οποία ενήργησαν συντονισμένα και ανταποκρίθηκαν πλήρως στις απαιτήσεις της επιχείρησης, ενώ παράλληλα εντυπωσιακή ήταν η παρουσία των ανδρών της ΜΥΚ και η συνδρομή του ΑΚΑΜ Τιράνων.

