Δε11242014

Last update01:25:16 μμ

Back Home

Η ποινικοποίηση του πολιτικού αγώνα

  • PDF

200209-cencoredΒασική αρχή της προπαγάνδας αποτελεί η ποινικοποίηση της πολιτικής και ιδεολογικής δραστηριότητας των αντιπάλων, το μέσον δε αυτό είναι σημαντικότατο, διότι ισοδυναμεί με δυσφήμηση του αντιπάλου.
Η δικαστική οδός για την προσβολή των αντιπάλων επιλέγεται, όταν δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ο αντίπαλος με ορθό λόγο, με επιχειρήματα. Στην περίπτωση αυτή ο πλέον ισχυρός σε χρήματα, επιρροή και δημόσιες διασυνδέσεις αποφασίζει να σύρει τον αντίπαλό του σε δίκη, με σκοπό να τον αντιμετωπίσει, διότι τα υπόλοιπα μέσα που διαθέτει έχουν αποδειχτεί ανεπαρκή. Επιπλέον, η ποινικοποίηση της δραστηριότητας του αντιπάλου, έχει μέγιστη προπαγανδιστική αξία, διότι αφ' ενός μεν δημιουργεί εντυπώσεις στην κοινή γνώμη, αφ' έτερου δε φέρνει τον αντίπαλο προ τετελεσμένων γεγονότων και του αφαιρεί την δυνατότητα της πρωτοβουλίας των κινήσεων. Η προπαγάνδα του κατηγόρου θα αναλάβει αμέσως να εκμεταλλευτεί στο έπακρον την δικαστική διαμάχη, θα προκαλεί ανοιχτά ξέροντας πως δεν συμφέρει τον κατηγορούμενο να απαντήσει στις κατηγορίες, θα δυσφημεί την πολιτική ή ιδεολογική παράταξη του κατηγορουμένου εφαρμόζοντας την αρχή της συλλογικής ευθύνης, αλλά κυρίως θα εγκαλεί συνεχώς τον κατηγορούμενο, απαιτώντας να ζητήσει συγνώμη ή να παραδεχτεί το υπαρκτό ή ανύπαρκτο της κατηγορίας, με σκοπό να τον εκθέσει στη κοινή γνώμη και να τον ταπεινώσει ως αντίπαλο.
Βασικό τέχνασμα της ποινικοποίησης του πολιτικού αγώνα είναι η αρχή της ατομικότητας στην καταγγελία. Δεν συμφέρει ένα σωματείο ή κόμμα ή οργανισμό να φαίνεται συνολικά ως κατήγορος ενός προσώπου, διότι έτσι η κοινή γνώμη στρέφεται με συμπάθεια υπέρ του κατηγορουμένου, ο οποίος προβάλει το αντεπιχείρημα "μόνος μου εναντίον όλων σας". Έτσι, προς επίτευξη της ποινικοποίησης, οι καταγγελίες, μηνύσεις κτλ, συνήθως υποβάλλονται ιδιωτικά, δηλαδή από κάποιο άτομο που τάχα ενδιαφέρεται για τη νομιμότητα, την δημοκρατία, τον ρατσισμό, τις μειονότητες κτλ. Ο κατήγορος παρακολουθεί άγρυπνα την πολιτική δράση του αντιπάλου του με σκοπό να ανασύρει έστω και το παραμικρό γεγονός που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί για να τον κατηγορήσει, ακόμη και να στήσει μια σκευωρία εις βάρος του. Ακόμη, εάν ο κατήγορος έχει μεγάλη οικονομική δύναμη και πολιτική κάλυψη, κατασκευάζει μια ολόκληρη βιομηχανία μηνύσεων και κατηγορίας.
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να τονίσουμε πως ο σκοπός της ποινικοποίησης του ιδεολογικού αγώνα έχει δυο άξονες όπου στοχεύει. Αρχικά πρέπει να δυσφημιστεί η ιδεολογία και η παράταξη του κατηγορουμένου, αλλά ο απώτερος σκοπός δεν είναι αυτός. Μια ιδεολογία δεν δύναται να φιμωθεί ούτε να αποσιωπηθεί από την οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Βαθύτερη αιτία της ποινικοποίησης του πολιτικού αγώνα είναι τα πρόσωπα που τον εκπροσωπούν.
Ο κατήγορος ποτέ δεν θα μηνύσει ή θα κατηγορήσει έναν τυχαίο ή έστω άσημο αντίπαλο, αλλά πάντοτε αυτόν που έχει την μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και αποδοχή, αυτόν που μπορεί να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο, αυτόν που αν δεν χτυπηθεί άμεσα, στο μέλλον μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνος. Αυτός πρέπει να διασυρθεί, να συκοφαντηθεί, να απομονωθεί, να εξοντωθεί ψυχικά και οικονομικά.
Η προπαγάνδα δεν ενδιαφέρεται για το δίκαιο ή το άδικο της κατηγορίας, αλλά για τις εντυπώσεις που δημιουργούνται στην κοινή γνώμη, για τον θόρυβο και τη δημόσια διαπόμπευση, για την με κάθε τρόπο επιδίωξη για την καταδίκη του αντιπάλου και την εν γένει περιθωριοποίηση και εξόντωσή του. Επιπλέον οι πολιτικές δίκες αποτελούν ένα κατεξοχήν υποβλητικό προπαγανδιστικό μέσο, διότι εκφράζονται ως επίδειξη δύναμης του κατηγόρου προς τον κατηγορούμενο και με αυτές προσφέρεται στις μάζες και συγκεκριμένα στην παράταξη του κατηγόρου ένα υποβλητικό θέαμα που διεγείρει το κίνητρο του μίσους και προκαλεί μαζική υστερία.
Ο κατήγορος εφαρμόζει το μέσον της ποινικοποίησης σε δυο τομείς, στα πρόσωπα όπως είπαμε και στα μέσα του αντιπάλου, πχ εφημερίδες, τηλεόραση, βιβλία κτλ. Σκοπός του είναι να απομονώσει τον αντίπαλο, να σταματήσει την κυκλοφορία των μέσων του, να αποκόψει την διάδοση των ιδεών του, να τον διαλύσει οικονομικά. Προς επίτευξη του σκοπού του υποβάλει τις μηνύσεις, αλλά δεν σταματά εκεί. Θέλοντας να διεγείρει το δημόσιο αίσθημα κατά του κατηγορουμένου και να επηρεάσει την απόφαση, κατηγορεί τον αντίπαλό του ως ανατρεπτικό, ως επικίνδυνο, ως ακραίο και στοχεύει στο υποσυνείδητο της μάζας, σχετίζοντάς τον με πράξεις άλλων του παρελθόντος, οι οποίες εάν δεν καταδικασθεί ο κατηγορούμενος είναι πολύ πιθανόν να επαναληφθούν. Εφαρμόζει δηλαδή το τέχνασμα του συναισθηματισμού και της πρόκλησης πανικού.
Ταυτόχρονα όμως, η ποινικοποίηση του πολιτικού και ιδεολογικού αγώνα φανερώνει και τον πανικό του κατηγόρου. Δείχνει ότι φοβάται τους αντίπαλους του οι οποίοι έχουν επιρροή στην κοινή γνώμη και είναι γι' αυτόν επικίνδυνοι. Υπό το καθεστώς αυτό, πολύ πιθανόν να κάνει τη λάθος κίνηση η οποία είτε από αλαζονεία είτε από αμέλεια, μπορεί να μην την προσέξει. Τότε όμως οι αντίπαλοί του θα θυμηθούν τους παλιούς τους λογαριασμούς, θα έχει σημάνει γι' αυτούς η ώρα της ανταπόδοσης.

Ευάγγελος Χ. Χανιώτης

Τελευταία Ενημέρωση στις Δευτέρα, 23 Φεβρουάριος 2009 11:14